|
Ένα χρόνο μετά την
έναρξη της δεύτερης προεδρικής θητείας του Ντόναλντ Τραμπ,
το διεθνές σύστημα φαίνεται να εισέρχεται σε μια καθοριστική
καμπή. Το μήνυμα αυτό μετέφερε ξεκάθαρα ο πρωθυπουργός του
Καναδά, Μαρκ Κάρνεϊ, από το βήμα του Παγκόσμιου Οικονομικού
Φόρουμ στο Νταβός. Έπειτα από μια μακρά αλλά αποτυχημένη
προσπάθεια κατευνασμού της επιθετικής και συχνά εκβιαστικής
πολιτικής του Τραμπ, οι μεσαίες δυνάμεις –όπως ο Καναδάς–
συνειδητοποιούν ότι δεν έχουν άλλη επιλογή από το να
κινηθούν συλλογικά. Όπως το έθεσε ο ίδιος ωμά: «αν δεν
καθόμαστε στο τραπέζι των αποφάσεων, καταλήγουμε στο μενού».
Σύμφωνα με τον
Κάρνεϊ, αυτή η συλλογική αντίδραση δεν θα πάρει τη μορφή
ενός ενιαίου μπλοκ, αλλά μιας ευέλικτης αρχιτεκτονικής
συνεργασιών. Κράτη με διαφορετικές ιστορικές σχέσεις με τις
ΗΠΑ –είτε σύμμαχοι είτε αντίπαλοι– μπορούν να συμπράττουν
κατά περίπτωση: μέσω νέων εμπορικών συμφωνιών που
υποκαθιστούν δεσμούς με την Ουάσιγκτον, μέσω συντονισμού σε
υπάρχοντα ή νέα πολυμερή σχήματα ή ακόμη και μέσω
εναλλακτικών αμυντικών συνεργασιών.
Αυτή η εξέλιξη δεν
αποτελεί έκπληξη για όσους γνωρίζουν τη θεωρία των διεθνών
σχέσεων. Ήδη από τη δεκαετία του 1980, ο αμερικανός
θεωρητικός Στίβεν Γουόλτ είχε διατυπώσει την έννοια της
«ισορροπίας της απειλής»: τα κράτη δεν συμμαχούν απλώς για
να αντιμετωπίσουν την ισχύ, αλλά την ισχύ όταν αυτή
συνδυάζεται με εχθρική πρόθεση. Η θεωρία αυτή ήρθε να
καλύψει τα κενά της κλασικής λογικής της ισορροπίας
δυνάμεων, η οποία αδυνατούσε να εξηγήσει γιατί, κατά τον
Ψυχρό Πόλεμο και μετά από αυτόν, οι Ηνωμένες Πολιτείες
συσσώρευαν συμμάχους αντί να προκαλούν αντισυσπειρώσεις.
Η αμερικανική
ιδιαιτερότητα οφειλόταν στο γεγονός ότι επί δεκαετίες
λειτουργούσε ως μια ηγεμονική δύναμη που, παρά τις
αντιφάσεις της, παρείχε διεθνή δημόσια αγαθά: ανοιχτό
εμπόριο, ένα πλαίσιο κανόνων και μια σχετική παγκόσμια
σταθερότητα. Για πολλές χώρες –από τον Καναδά και τη Δανία
έως τη Νότια Κορέα– η αμερικανική ισχύς δεν εκλαμβανόταν ως
απειλή, αλλά ως ασπίδα.
Αυτή η εικόνα
ανετράπη ριζικά με τον Τραμπ. Η αμερικανική ισχύς
μετατράπηκε από προστατευτική σε απροκάλυπτα επιθετική. Ο
ίδιος δεν αρκείται σε αυτό που πρώην αξιωματούχοι εθνικής
ασφάλειας των ΗΠΑ περιέγραφαν ως «επιδεικτική χρήση βίας»,
δηλαδή ισχύ χωρίς στρατηγικό βάθος, αλλά φτάνει να απειλεί
με προσάρτηση ακόμη και στενούς συμμάχους, όπως ο Καναδάς
και η Γροιλανδία. Ακόμη κι όταν μετριάζει επιμέρους απειλές
–όπως στο θέμα των δασμών προς την Ευρώπη– η συνολική εικόνα
παραμένει βαθιά αποσταθεροποιητική.
Το παράδοξο του
πρώτου έτους αυτής της νέας πραγματικότητας ήταν ότι η
διεθνής κοινότητα δεν αντέδρασε άμεσα με εξισορρόπηση. Πλην
της Κίνας και της Ρωσίας, οι περισσότερες κυβερνήσεις
επέλεξαν την τακτική της κολακείας και της υποταγής:
συμβολικά δώρα, πολιτικές παραχωρήσεις, δημόσιοι έπαινοι,
ακόμη και γελοιογραφικές εκδηλώσεις προσωπολατρίας. Όπως
εξήγησε ο Γουόλτ, αυτή η καθυστέρηση ήταν αναμενόμενη, καθώς
η αντίδραση απέναντι στις ΗΠΑ είναι κοστοβόρα και απαιτεί
συλλογική δράση – κάτι εξαιρετικά δύσκολο όταν οι πιεζόμενες
χώρες είναι πολλές και ανομοιογενείς.
Σήμερα, ωστόσο, η
αυταπάτη του κατευνασμού φαίνεται να καταρρέει. Οι σύμμαχοι
συνειδητοποιούν ότι δεν υπάρχει «σταθερή συμφωνία» με έναν
ηγεμόνα που λειτουργεί ως αρπακτικό. Έτσι, η
επανεξισορρόπηση έχει ήδη ξεκινήσει. Νέες συμφωνίες
ασφαλείας εμφανίζονται, όπως αυτή μεταξύ Σαουδικής Αραβίας
και Πακιστάν. Η Ευρωπαϊκή Ένωση επιταχύνει, μετά από
δεκαετίες αδράνειας, τις διαπραγματεύσεις με τη Mercosur. Η
Ινδία αναζητά πιο θερμές σχέσεις με την Κίνα, ενώ ευρωπαϊκές
και ασιατικές χώρες που παραμένουν τυπικά σύμμαχοι των ΗΠΑ
διερευνούν βαθύτερη οικονομική συνεργασία με το Πεκίνο.
Ο Καναδάς αποτελεί
χαρακτηριστικό παράδειγμα αυτής της στρατηγικής στροφής. Υπό
τον Κάρνεϊ, άνοιξε νέους εμπορικούς και διπλωματικούς
διαύλους από την Ευρώπη έως την Ασία και αποκατέστησε τις
σχέσεις του με την Κίνα, φτάνοντας σε μια στρατηγική
εταιρική σχέση. Στόχος είναι σαφής: η μείωση της εξάρτησης
από τον αμερικανικό οίκο ισχύος.
Η πιο αργή αλλά
κρίσιμη διάσταση αυτής της επανεξισορρόπησης είναι η
στρατιωτική. Η αμερικανική υπεροχή σε σκληρή ισχύ παραμένει
συντριπτική, όμως η αμφισβήτηση της αξιοπιστίας της
«αμερικανικής ομπρέλας» ωθεί ευρωπαϊκές και ασιατικές χώρες
να επανεξετάζουν τις αμυντικές τους επιλογές – από την
προμήθεια εξοπλισμών έως, σε ακραίες περιπτώσεις, την
ανάπτυξη αυτόνομων αποτρεπτικών δυνατοτήτων.
Το σύνθημα «America First»
κινδυνεύει έτσι να μετατραπεί σταδιακά σε «America Alone».
Αφού δοκίμασε τον δρόμο του κατευνασμού και απέτυχε, ο
υπόλοιπος κόσμος φαίνεται πλέον να οικοδομεί νέους οίκους
ισχύος και συμμαχιών, σε μια επίπονη αλλά αναπόφευκτη
διαδικασία παγκόσμιας επανεξισορρόπησης.
|