|
Μια εικόνα
ισχυρής οικονομικής ανάπτυξης στις Ηνωμένες Πολιτείες
προβάλλει ο Ντόναλντ Τραμπ ενόψει των ενδιάμεσων εκλογών για
το Κογκρέσο, υποστηρίζοντας ότι η κυβέρνησή του έχει
ενισχύσει τα εισοδήματα, έχει περιορίσει τον πληθωρισμό και
έχει δημιουργήσει νέες θέσεις εργασίας. «Έχουμε την πιο
δυναμική χώρα στον κόσμο», δηλώνει επανειλημμένα ο
Αμερικανός πρόεδρος.
Ωστόσο, η
ανάλυση του BBC Verify παρουσιάζει μια πιο σύνθετη εικόνα. Η
αμερικανική οικονομία αναπτύσσεται με ρυθμούς υψηλότερους
από εκείνους που αναμένονταν μετά την επιβολή των δασμών το
2025, αλλά οι επιπτώσεις της εμπορικής πολιτικής του Τραμπ
και του πολέμου ΗΠΑ και Ισραήλ με το Ιράν εντείνουν τις
πληθωριστικές πιέσεις και επιβαρύνουν την αγοραστική δύναμη
των νοικοκυριών.
Παράλληλα,
σημαντικό μέρος της αναπτυξιακής δυναμικής προέρχεται από
τις μεγάλες επενδύσεις των τεχνολογικών κολοσσών στην
τεχνητή νοημοσύνη. Η εξέλιξη αυτή ενισχύει την οικονομική
δραστηριότητα, δημιουργεί όμως και έναν δυνητικό κίνδυνο:
μια μελλοντική υποχώρηση των επενδύσεων σε υποδομές τεχνητής
νοημοσύνης θα μπορούσε να στερήσει από την οικονομία έναν
από τους βασικούς κινητήριους μοχλούς της.
Ανάπτυξη με
πρωταγωνιστή την τεχνητή νοημοσύνη
Σύμφωνα με τα
διαθέσιμα στοιχεία, το αμερικανικό ΑΕΠ αυξάνεται με
ετησιοποιημένο ρυθμό 2,2%, ενώ από το τέλος του 2024, λίγο
πριν από την επιστροφή του Τραμπ στον Λευκό Οίκο, έχει
ενισχυθεί συνολικά κατά περίπου 3,2%. Η επίδοση αυτή είναι η
υψηλότερη μεταξύ των επτά μεγαλύτερων προηγμένων οικονομιών
της ομάδας G7 για την ίδια περίοδο.
Καθοριστική
συμβολή στην ανάπτυξη έχουν οι επενδύσεις στην τεχνητή
νοημοσύνη, οι οποίες ενισχύουν τις δαπάνες για υποδομές και
εξοπλισμό. Τον Αύγουστο του 2026, οι επενδύσεις για την
κατασκευή κέντρων δεδομένων (data centers) ανήλθαν σε 5 δισ.
δολάρια, σχεδόν διπλάσιες σε σχέση με τον μηνιαίο ρυθμό που
καταγραφόταν όταν ο Τραμπ ανέλαβε τη δεύτερη προεδρική
θητεία του.
Το ποσό αυτό δεν
περιλαμβάνει τον τεχνολογικό εξοπλισμό που εγκαθίσταται στις
συγκεκριμένες υποδομές, γεγονός που καταδεικνύει το
πραγματικό μέγεθος της επενδυτικής κινητοποίησης γύρω από
την τεχνητή νοημοσύνη.
Η εξάρτηση της
ανάπτυξης από αυτές τις δαπάνες, ωστόσο, αποτελεί παράγοντα
αβεβαιότητας. Εάν οι τεχνολογικές επιχειρήσεις περιορίσουν
τα επενδυτικά τους προγράμματα, οι επιπτώσεις θα μπορούσαν
να επεκταθούν στην ευρύτερη οικονομία, ιδίως εάν άλλοι
κλάδοι δεν καταφέρουν να αντισταθμίσουν την επιβράδυνση.
Πληθωρισμός: Η
ακρίβεια παραμένει
Η εξέλιξη των
τιμών αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα σημεία στα οποία τα
οικονομικά στοιχεία αποκλίνουν από την εικόνα που
παρουσιάζει ο Λευκός Οίκος.
Ο πληθωρισμός
στις ΗΠΑ έχει ανέλθει στο 3,7%. Παρότι παραμένει αρκετά
χαμηλότερος από το 9% που είχε καταγραφεί το 2022, επί
προεδρίας Τζο Μπάιντεν, βρίσκεται πλέον πάνω από το 3% που
παρέλαβε ο Τραμπ τον Ιανουάριο του 2025.
Οικονομολόγοι
που επικαλείται το BBC εκτιμούν ότι, χωρίς την επιβολή των
νέων δασμών, ο πληθωρισμός θα ήταν χαμηλότερος. Οι
επιβαρύνσεις στις εισαγωγές αυξάνουν το κόστος για τις
επιχειρήσεις, μέρος του οποίου μετακυλίεται στις τελικές
τιμές που πληρώνουν οι καταναλωτές.
Πρόσθετη πίεση
προκαλεί ο πόλεμος με το Ιράν, καθώς οι διαταραχές στις
εξαγωγές πετρελαίου και καυσίμων από τη Μέση Ανατολή έχουν
ενισχύσει το ενεργειακό κόστος. Ενδεικτική της έντασης των
πιέσεων είναι η τιμή του ντίζελ στις ΗΠΑ, η οποία έφτασε τον
Σεπτέμβριο στο ιστορικό υψηλό των 6,52 δολαρίων ανά γαλόνι.
Οι ανατιμήσεις
δεν περιορίζονται στην ενέργεια, αλλά επεκτείνονται και στα
τρόφιμα. Το μοσχαρίσιο κρέας και ο καφές έχουν ακριβύνει από
την επιστροφή του Τραμπ στην εξουσία, αν και οι τιμές των
αυγών έχουν υποχωρήσει.
Παράλληλα,
επιχειρήσεις του λιανεμπορίου προειδοποιούν ότι η άνοδος του
ενεργειακού κόστους εξαιτίας του πολέμου θα επιβαρύνει την
παραγωγή και τη διανομή τροφίμων, δημιουργώντας τις
προϋποθέσεις για νέες ανατιμήσεις στα ράφια των
καταστημάτων.
Αυξάνονται τα
εισοδήματα, αλλά όχι για όλους στον ίδιο βαθμό
Τα εισοδήματα
των αμερικανικών νοικοκυριών συνεχίζουν να ενισχύονται,
ακόμη και υπό το βάρος των πληθωριστικών πιέσεων. Το διάμεσο
ετήσιο εισόδημα, προσαρμοσμένο στον πληθωρισμό, αυξήθηκε
κατά 2,6% το 2025, φτάνοντας τα 87.460 δολάρια, στο
υψηλότερο επίπεδο που έχει καταγραφεί.
Το στοιχείο αυτό
αποτελεί ένδειξη βελτίωσης του συνολικού εισοδηματικού
επιπέδου, δεν αποτυπώνει όμως από μόνο του τον τρόπο με τον
οποίο κατανέμονται τα οφέλη και οι επιβαρύνσεις της
οικονομικής πολιτικής.
Σύμφωνα με τους
υπολογισμούς του Institute on Taxation and Economic Policy
(ITEP), οι αλλαγές στην οικονομική πολιτική της κυβέρνησης
Τραμπ έχουν διαφορετικές επιπτώσεις ανά εισοδηματική
κατηγορία.
Ειδικότερα, τα
νοικοκυριά που ανήκουν στο μεσαίο εισοδηματικό 20% εκτιμάται
ότι θα βρίσκονται το 2026 σε δυσμενέστερη οικονομική θέση
κατά περίπου 1.700 δολάρια κατά μέσο όρο, σε σύγκριση με το
τι θα ίσχυε χωρίς τις συγκεκριμένες αλλαγές. Για το
φτωχότερο 20% των νοικοκυριών, η αντίστοιχη επιβάρυνση
υπολογίζεται σε περίπου 750 δολάρια.
Στον αντίποδα,
το πλουσιότερο 1% αναμένεται να ωφεληθεί κατά μέσο όρο κατά
12.560 δολάρια, κυρίως εξαιτίας των φορολογικών μειώσεων.
Τα στοιχεία αυτά
αναδεικνύουν ότι η αύξηση του συνολικού εισοδήματος δεν
συνεπάγεται κατ’ ανάγκην ισόποση βελτίωση της οικονομικής
θέσης όλων των νοικοκυριών. Η επίδραση των φορολογικών
μέτρων, των τιμών και του κόστους διαβίωσης διαφέρει
σημαντικά ανάλογα με το εισοδηματικό επίπεδο.
Φρενάρει η
δημιουργία νέων θέσεων εργασίας
Η αγορά εργασίας
παρουσιάζει επίσης μια εικόνα που δεν συμβαδίζει πλήρως με
τις εξαγγελίες του Αμερικανού προέδρου. Παρά τις προβλέψεις
του ότι οι δασμοί θα ενθάρρυναν τη μαζική επιστροφή της
βιομηχανικής παραγωγής στις ΗΠΑ, ο ρυθμός δημιουργίας νέων
θέσεων εργασίας έχει επιβραδυνθεί αισθητά.
Από την έναρξη
της δεύτερης θητείας Τραμπ, η αμερικανική οικονομία
δημιουργεί κατά μέσο όρο 34.000 νέες θέσεις εργασίας τον
μήνα. Το μέγεθος αυτό υπολείπεται σημαντικά των περίπου
122.000 θέσεων που προστίθεντο κάθε μήνα κατά το τελευταίο
έτος της προεδρίας Μπάιντεν.
Παρά την
επιβράδυνση, το ποσοστό ανεργίας παραμένει σχετικά χαμηλό,
στο 4,2%, κοντά στα επίπεδα του Ιανουαρίου του 2025.
Σύμφωνα με το
BBC, ένας από τους παράγοντες που επηρεάζουν την εικόνα της
αγοράς εργασίας είναι η αυστηρότερη μεταναστευτική πολιτική
και το πρόγραμμα απελάσεων της κυβέρνησης, τα οποία έχουν
περιορίσει τη διαθέσιμη προσφορά εργατικού δυναμικού. Η
εξέλιξη αυτή μπορεί να επηρεάζει την ερμηνεία των στοιχείων
για την απασχόληση, καθώς η χαμηλή ανεργία δεν σημαίνει
απαραίτητα ότι η δημιουργία θέσεων εργασίας παραμένει
ισχυρή.
Δημοσιονομικό
έλλειμμα 2 τρισ. δολαρίων και αυξανόμενο κόστος δανεισμού
Πρόσθετη πηγή
ανησυχίας αποτελεί η πορεία των δημόσιων οικονομικών. Το
ομοσπονδιακό δημοσιονομικό έλλειμμα των ΗΠΑ διαμορφώθηκε στα
2 τρισ. δολάρια κατά το οικονομικό έτος που ολοκληρώθηκε τον
Σεπτέμβριο του 2026, αντιστοιχώντας περίπου στο 6% του ΑΕΠ.
Οι προβλέψεις
του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου δείχνουν ότι το έλλειμμα
ενδέχεται να ξεπεράσει το 8% του ΑΕΠ έως το 2030. Το Ταμείο
έχει προειδοποιήσει ότι ο υψηλός κρατικός δανεισμός και η
ταχεία αύξηση του δημόσιου χρέους ενισχύουν τους κινδύνους
για τη χρηματοπιστωτική σταθερότητα, με πιθανές σοβαρές
συνέπειες για τα αμερικανικά νοικοκυριά.
Οι πιέσεις
αποτυπώνονται ήδη στην αγορά ομολόγων. Η απόδοση του
δεκαετούς αμερικανικού κρατικού τίτλου έχει ξεπεράσει το 5%,
φτάνοντας στο υψηλότερο επίπεδο από τη χρηματοπιστωτική
κρίση του 2007.
Η αύξηση των
αποδόσεων δεν αφορά μόνο το κόστος με το οποίο
χρηματοδοτείται το αμερικανικό Δημόσιο. Επηρεάζει επίσης το
κόστος δανεισμού των νοικοκυριών και των επιχειρήσεων, καθώς
τα επιτόκια των κρατικών ομολόγων λειτουργούν ως σημείο
αναφοράς για μεγάλο μέρος της αγοράς.
Χαρακτηριστικό
παράδειγμα αποτελεί η στεγαστική πίστη. Το επιτόκιο για ένα
νέο στεγαστικό δάνειο διάρκειας 30 ετών έχει αυξηθεί στο
7,4%, από 6,9% όταν ο Τραμπ επέστρεψε στον Λευκό Οίκο. Η
άνοδος αυτή αυξάνει τις μηνιαίες δόσεις για όσους αγοράζουν
κατοικία με δανεισμό και δυσκολεύει την πρόσβαση στη
στέγαση.
Ισχυρή
οικονομία, αλλά με αυξανόμενες ανισορροπίες
Η αμερικανική
οικονομία διατηρεί σημαντική αναπτυξιακή δυναμική, με τις
επενδύσεις στην τεχνητή νοημοσύνη να αποτελούν βασικό μοχλό
επέκτασης. Τα εισοδήματα έχουν αυξηθεί και η ανεργία
παραμένει χαμηλή, στοιχεία που στηρίζουν την εικόνα
ανθεκτικότητας.
Την ίδια στιγμή,
όμως, ο πληθωρισμός κινείται υψηλότερα από τα επίπεδα που
είχε παραλάβει ο Τραμπ, η δημιουργία θέσεων εργασίας έχει
επιβραδυνθεί και οι επιπτώσεις της οικονομικής πολιτικής
κατανέμονται άνισα μεταξύ των εισοδηματικών ομάδων.
Παράλληλα, το μεγάλο δημοσιονομικό έλλειμμα και η άνοδος του
κόστους δανεισμού επιβαρύνουν τόσο τον κρατικό προϋπολογισμό
όσο και τα νοικοκυριά.
Η πορεία της
οικονομίας θα εξαρτηθεί σε σημαντικό βαθμό από το κατά πόσο
η ανάπτυξη που τροφοδοτείται από την τεχνητή νοημοσύνη θα
διατηρηθεί, εάν οι πληθωριστικές πιέσεις θα αποκλιμακωθούν
και αν θα περιοριστούν οι δημοσιονομικές ανισορροπίες.
Επομένως, πίσω
από τους θετικούς δείκτες κρύβεται μια πιο σύνθετη
πραγματικότητα: οι ΗΠΑ αναπτύσσονται, αλλά τα οφέλη δεν
κατανέμονται ομοιόμορφα, ενώ το αυξανόμενο κόστος διαβίωσης
και η διόγκωση του δημόσιου χρέους εξακολουθούν να αποτελούν
σημαντικές προκλήσεις.
|