|
Ως προς το
πρώτο τώρα και ανεξαρτήτως δασµών, η
διεθνοποίηση της οικονοµίας και η ραγδαία αύξηση
του πληθυσµού έχει δηµιουργήσει νέες δυναµικές
οµάδες καταναλωτών, που είναι γνώστες, ιδιαίτερα
υποψιασµένοι και απαιτητικοί.
Eίναι
επίσης καταναλωτές που έχουν υποστεί µειώσεις
στο εισόδηµά τους και επικεντρώνονται πρωτίστως
στο αγοραστικό κριτήριο της τιµής.
Η Ευρώπη
λοιπόν πήρε τη σωστή απόφαση σε ένα περιβάλλον
επιχειρηµατικότητας «τραυµατισµένο», ανοίγοντας
την πόρτα για αρκετές επιχειρήσεις σε µια µεγάλη
αγορά. Τα οφέλη για τη χώρα συνεκτιµώνται από
την αύξηση του ανταγωνισµού στον αγροτικό τοµέα
και στην κτηνοτροφία και από εκείνα βεβαίως που
θα προκύψουν για τα υψηλής ποιότητας ελληνικά
προϊόντα, την ελληνική ναυτιλία και τις
µεταφορές, λαµβανοµένου υπόψη και του µικρού
αποτυπώµατος που έχει η χώρα µας στις χώρες
Mercosur.
H
µείωση δασµών θα αφορά τρόφιµα, φάρµακα,
καλλυντικά, ναυτιλία και
logistics.
Μέσω της συµφωνίας επίσης δηµιουργείται ένας
προστατευτικός κλοιός στις εµπορικές συναλλαγές
Λατινικής Αµερικής µε τα δικά µας επώνυµα
προϊόντα, όπως η φέτα και το λάδι.
Σχετικά δε
µε το δικό µας τώρα «κοµµάτι» της παραγωγικής
οικονοµίας, είναι ανάγκη αυτό να
επανατοποθετηθεί συνδεδεµένο και µε την
αναγκαιότητα αλλαγής του οικονοµικού µας
µοντέλου, κάτι που αποτελεί αντικείµενο µιας
ευρύτερης συζήτησης εδώ και αρκετά χρόνια. Η
παρούσα όµως συγκυρία και οι εξελίξεις στο
παγκόσµιο περιβάλλον συνιστούν επισπεύδοντες
παράγοντες εντατικοποίησης της ελληνικής
οικονοµίας στην κατεύθυνση αυτή, καθώς δεν αρκεί
απλά να φιλοδοξούµε ως χώρα να παράγουµε και να
πουλάµε µόνο στην εγχώρια αγορά, αρκετές φορές
και σε υψηλές τιµές.
*Ο κ.
Αντώνης Ζαΐρης είναι καθηγητής Διοίκησης
Επιχειρήσεων, μέλος της Ενωσης Αμερικανών
Οικονομολόγων (ΑΕΑ).
** Το
άρθρο δημοσιεύτηκε αρχικά στην Καθημερινή της
Κυριακής.
|