|
Η Ελλάδα
έχει την ευκαιρία να αφήσει οριστικά πίσω της το
πρότυπο του κράτους-διαχειριστή και να
αναβαθμιστεί σε ένα μοντέλο «αναπτυξιακού –
επιχειρησιακού» κράτους, ικανού να σχεδιάζει
στρατηγικά, να υλοποιεί με επάρκεια και να
συντονίζει δυναμικά δημόσιους και ιδιωτικούς
πόρους. Το ζητούμενο είναι η μετάβαση από μια
οικονομία καταναλωτή και σε μια οικονομία
στρατηγικής προνοητικότητας.
Η
ενδυνάμωση του κράτους δεν εξαντλείται σε
οργανωτικές παρεμβάσεις. Απαιτεί συστηματικές
τομές στη διακυβέρνηση και στις διοικητικές
ικανότητες. Η ψηφιακή μετάβαση πρέπει να
επιταχυνθεί και να συνοδευτεί από:
Αναδιοργάνωση των υπηρεσιών με βάση την
αποδοτικότητα και την ποιότητα εξυπηρέτησης.
Ενίσχυση
της λογοδοσίας και της διαφάνειας στους
μηχανισμούς αποφάσεων και κατανομής των δημόσιων
πόρων.
Εισαγωγή
διαδικασιών project management.
Αξιοκρατικό
ανθρώπινο δυναμικό με σύγχρονες δεξιότητες,
συνεχή επιμόρφωση και παροχή κινήτρων.
Η Ελλάδα
οφείλει να ξεπεράσει την παράδοση του «τυπικού
μεταρρυθμισμού», όπου η θεσμική αλλαγή
ανακοινώνεται χωρίς να εφαρμόζεται στο πεδίο. Η
αποτελεσματικότητα θα αποτελέσει τον καταλύτη
της εμπιστοσύνης. Εμπιστοσύνη των πολιτών, των
επιχειρήσεων, των επενδυτών.
Για
δεκαετίες, η χώρα κυριαρχήθηκε από διαρθρωτικές
αδυναμίες που μείωναν το δυνητικό προϊόν και
αποθάρρυναν τις επενδύσεις. Επιβραδυμένη απονομή
δικαιοσύνης, πολυπλοκότητα και αστάθεια του
ρυθμιστικού πλαισίου, χαμηλή αποδοτικότητα στη
φορολογική διακυβέρνηση και στις δημόσιες
δαπάνες, αργές διαδικασίες αδειοδότησης,
περιορισμένη κουλτούρα εξωστρέφειας.
Οι
μεταρρυθμίσεις πρέπει να περάσουν από το επίπεδο
της νομοθέτησης στο επίπεδο της συστημικής
ενσωμάτωσης:
Δικαιοσύνη:
Ενίσχυση ανεξαρτησίας, επιτάχυνση της δικαστικής
διαδικασίας.
Ρυθμιστικό
περιβάλλον: Σταθερότητα κανόνων, αντιμετώπιση
διαφθοράς, ενίσχυση των ανεξάρτητων αρχών.
Αγορά
εργασίας: Ενίσχυση των εργασιακών δικαιωμάτων
και του ρόλου των κοινωνικών εταίρων,
επανεκπαίδευση και αναβάθμιση δεξιοτήτων ώστε να
καλυφθεί το αναπτυξιακό χάσμα που προκαλεί η
γήρανση και η μετανάστευση εργατικού δυναμικού.
Φορολογική
πολιτική: Δημοσιονομική ισορροπία και συσχέτιση
με αναπτυξιακούς στόχους.
Εκπαιδευτικό σύστημα: Ενίσχυση και εμπλουτισμός
προγραμμάτων σπουδών σε όλες τις βαθμίδες,
εισαγωγή νέων τεχνολογιών, κίνητρα σε προσωπικό,
έρευνα και τεχνολογία.
Καινοτομία
και παραγωγικότητα: Σύνδεση ερευνητικού ιστού με
παραγωγή, ουσιαστικά κίνητρα για συνεργασίες και
συγχωνεύσεις, τεχνολογική αναβάθμιση των ΜμΕ.
Η επιτυχία
αυτών των αλλαγών δεν είναι τεχνικό ζήτημα.
Απαιτεί πολιτική ανθεκτικότητα, κοινωνικές
συμμαχίες και συνέχεια ανεξαρτήτως κυβερνητικών
κύκλων.
Από το 2026
και μετά, η ελληνική οικονομία χρειάζεται μια
σταθερή ροή επενδύσεων ως βασικό μοχλό
ανάπτυξης. Η δημοσιονομική ευελιξία θα
περιορίζεται, ενώ τα έργα του RRF θα
ολοκληρώνονται. Επομένως, η μετάβαση από τη
δημόσια κινητοποίηση πόρων προς την ενίσχυση του
ρόλου των ιδιωτικών κεφαλαίων είναι καθοριστική.
Προϋπόθεση
αποτελεί ένα περιβάλλον που να συνδυάζει
σταθερότητα και σαφή στρατηγικό προσανατολισμό.
Ταυτόχρονα η εκπόνηση ενός αναπτυξιακού
«χάρτη-πίνακα» δυνητικών επενδυτικών
«αναγκών-ευκαιριών» σε περιφερειακή και τοπική
κλίμακα θα συνεισφέρει στον μέγιστο βαθμό στην
επικοινωνία και την προσέλκυση της διεθνούς
επενδυτικής κοινότητας.
Οι τομείς
με σημαντικό επενδυτικό αποτύπωμα περιλαμβάνουν:
Ενέργεια
και πράσινες υποδομές (αποθήκευση, δίκτυα, ΑΠΕ,
ενεργειακή αποδοτικότητα).
Τεχνολογία
– ψηφιακές υπηρεσίες (data centers, FinTech
οικοσυστήματα, startups).
Μεταποίηση
υψηλής προστιθέμενης αξίας (σύνδεση με πρωτογενή
παραγωγή, κυκλική οικονομία).
Βιομηχανία
(φάρμακα, τρόφιμα, μέταλλα, άμυνα & ασφάλεια).
Τουρισμό
νέας γενιάς (θεματική διαφοροποίηση, πολιτιστική
αξιοποίηση, ποιότητα).
Η
προσέλκυση επενδύσεων συνδέεται άρρηκτα με την
αξιοπιστία και την ταχύτητα του κράτους. Σε ένα
διεθνές περιβάλλον έντονου ανταγωνισμού και
άπλετης ρευστότητας, οι επενδυτές αναζητούν
ευκαιρίες επιλέγοντας προορισμούς με αυστηρά
κριτήρια. Οφείλουμε να απομακρύνουμε τις πηγές
αβεβαιότητας και να δημιουργήσουμε το απαραίτητο
ελκυστικό περιβάλλον.
Η συνέχιση
της πιστωτικής επέκτασης απαιτεί έναν τραπεζικό
τομέα ευέλικτο και καινοτόμο με διάθεση να
αναλάβει ρόλο ουσιαστικού συμμετέχοντος στην
παραγωγική διαδικασία ενώ ταυτόχρονα απαιτείται
μια ριζικά διευρυμένη αγορά κεφαλαίου. Ως εκ
τούτου πρέπει:
Να
ολοκληρωθεί η εξυγίανση των προβληματικών
δανείων, με τρόπο δίκαιο και κοινωνικά ισόρροπο,
και να ενισχυθεί η κουλτούρα της έγκαιρης
αναδιάρθρωσης.
Να
αναβαθμισθεί ο ρόλος του Χρηματιστηρίου ως
πλατφόρμας άντλησης κεφαλαίων.
Να
επεκταθούν τα εργαλεία ιδιωτικής χρηματοδότησης
(venture capital, private equity).
Χωρίς
σημαντικές και ευέλικτες πηγές χρηματοδότησης, η
παραγωγική μετάβαση θα καθυστερήσει σημαντικά.
Η μετάβαση
στο νέο υπόδειγμα απαιτεί ένα κοινωνικό
συμβόλαιο που θα υπερβαίνει τη στενή
δημοσιονομική διαχείριση. Το
«αναπτυξιακό-επιχειρησιακό κράτος» δεν πρέπει να
υπόσχεται απλώς την ανάπτυξη αλλά να την
οργανώνει. Για να είναι ισχυρό, πρέπει να είναι
και δίκαιο. Να δημιουργεί συνθήκες ασφάλειας,
σταθερότητας και προοπτικών, να δίνει ευκαιρίες
σε όλη την επικράτεια, να εφαρμόζει ενεργητικές
πολιτικές συμπεριληπτικότητας και μείωσης των
ανισοτήτων προκειμένου να κάνει συμμέτοχο και
συνεργάτη το σύνολο της κοινωνίας.
Το 2026 δεν
αποτελεί ένα χρονικό ορόσημο, αλλά έναν δομικό
μετασχηματισμό. Η Ελλάδα έχει μπροστά της τη
δυνατότητα να εξελιχθεί σε μία οικονομία που δεν
αντιδρά απλώς σε κρίσεις, αλλά ηγείται των
εξελίξεων μέσα από ισχυρούς θεσμούς,
επιχειρησιακή ικανότητα και διαρκή επενδυτική
ελκυστικότητα. Το αν θα αξιοποιηθεί αυτή η
ευκαιρία είναι ζήτημα σταθερής βούλησης,
διοικητικής επάρκειας και συλλογικής ευθύνης.
Ο κ.
Δημήτρης Λιάκος είναι οικονομολόγος, πρώην
υφυπουργός.
Πρώτη
δημοσίευση στο Βήμα
|