|
Στην
ανακοίνωσή της η Κοµισιόν αναφέρει ότι παρά τη
µεγάλη πρόοδο που έχει επιτευχθεί για τη
δηµιουργία της ενιαίας ενεργειακής αγοράς, οι
περισσότερες χώρες-µέλη δεν θα µπορέσουν να
καλύψουν τον στόχο για 15% ενεργειακή
διασυνδεσιµότητα µέχρι το 2030. «Το κόστος από
αυτή την έλλειψη δράσης και προόδου», όπως τη
χαρακτηρίζει η Κοµισιόν, «είναι τεράστιο, αφού
το 2022 το 70% της συνολικής χονδρικής
ενεργειακής κατανάλωσης προήλθε από ορυκτά
καύσιµα, µε το 98% να είναι εισαγόµενο πετρέλαιο
και φυσικό αέριο. Αυτή η τεράστια εξάρτηση
εκθέτει την Ε.Ε. στη µεγάλη µεταβλητότητα των
τιµών αλλά και σε γεωπολιτικούς κινδύνους».
Οµως η
µεγάλη ενεργειακή εξάρτηση της Ε.Ε. έχει
οδηγήσει στις απαράδεκτα υψηλές τιµές
ηλεκτρισµού και φυσικού αερίου, και όχι η
έλλειψη διασυνδεσιµότητας που προτάσσει ως κύριο
λόγο η Κοµισιόν. Με τις τιµές ηλεκτρισµού και
αερίου, τέσσερα χρόνια µετά την κρίση του 2022,
να εξακολουθούν να βρίσκονται σε πολύ υψηλά
επίπεδα. Σύµφωνα µε τα πλέον πρόσφατα στοιχεία,
η µέση τιµή ηλεκτρισµού στην Ε.Ε. για το 2024
έφθασε στα 0,199 ευρώ/kWh,
δηλαδή δυόµισι φορές πιο ψηλά από αυτές στην
Κίνα (0,082 ευρώ/kWh)
και ακόµη υψηλότερα σε σύγκριση µε αυτές στις
ΗΠΑ (0,075/kWh).
Οµως, ο βασικός λόγος που η Αµερική σήµερα έχει
σχεδόν τρεις φορές πιο φθηνό ηλεκτρικό ρεύµα από
την Ε.Ε. δεν είναι άλλος από την απόλυτη
αυτάρκεια που έχει τόσο σε πετρέλαιο όσο και σε
φυσικό αέριο.
Σήµερα,
έπειτα από 20 χρόνια πράσινων πολιτικών, το
ενεργειακό ισοζύγιο της Ε.Ε. εξακολουθεί να
κυριαρχείται από ορυκτά καύσιµα, αφού οι
µεταφορές, η βιοµηχανία και τα κτίρια εξαρτώνται
κυρίως από το πετρέλαιο και το φυσικό αέριο.
Ετσι το 2023 τα στερεά καύσιµα κάλυπταν το 10%
της ακαθάριστης εγχώριας κατανάλωσης της Ε.Ε.,
το πετρέλαιο το 37%, το φυσικό αέριο το 21%, οι
ΑΠΕ µαζί µε τα βιοκαύσιµα το 20% και τα πυρηνικά
το 12% (στοιχεία
Eurostat).
Βλέπουµε λοιπόν ότι η ενεργειακή προµήθεια της
Ε.Ε. εξαρτάται κατά 68% από ορυκτά καύσιµα. Ενώ
σε παγκόσµιο επίπεδο αντιστοιχούν στο 87% του
ενεργειακού µείγµατος.
Παρά τις
τεράστιες επιδοτήσεις από την Ε.Ε. και τις
εθνικές κυβερνήσεις σε ΑΠΕ και ανάλογες
επενδύσεις από τις εταιρείες (υπολογίζονται σε
περισσότερα από 2 τρισ. ευρώ τα τελευταία δέκα
χρόνια), το ενεργειακό µείγµα επιδεικνύει µια
αξιοθαύµαστη αδράνεια. Και αυτό οφείλεται στην
ίδια τη δοµή του και στις καλά σχεδιασµένες και
αποδοτικές αλυσίδες παραγωγής, µεταφοράς και
διανοµής ορυκτών καυσίµων και στην αδυναµία να
µετασχηµατιστεί µέσα σε µερικές δεκαετίες.
Ο
ρωσοουκρανικός πόλεµος αποδείχθηκε σηµείο καµπής
και έδειξε πόσο ευάλωτη είναι σήµερα η Ευρώπη ως
προς την εξάρτησή της από την εισαγόµενη
ενέργεια, κυρίως το φυσικό αέριο, το οποίο
θεωρείται στρατηγικής σηµασίας. Οµως, αντί ο
πόλεµος να ωθήσει την Ε.Ε. στην πλήρη αναθεώρηση
της ακολουθούµενης έως το 2022 ενεργειακής
πολιτικής, αποφασίστηκαν οι εύκολες λύσεις.
∆ηλαδή, η απεξάρτηση από το εισαγόµενο από τη
Ρωσία φυσικό αέριο και η αντικατάστασή του µε το
επίσης εισαγόµενο
LNG,
µε παράλληλη ενίσχυση των ΑΠΕ, ασχέτως του
δυσβάσταχτου για τον καταναλωτή τελικού
ενεργειακού κόστους. Μόνο που για να αποδώσουν
οι ΑΠΕ, οι οποίες παράγουν κυρίως ηλεκτρισµό,
και να µπορέσουν να συµβάλουν ουσιαστικά στη
µείωση της ενεργειακής εξάρτησης, προϋποθέτουν
τον εξηλεκτρισµό του όλου συστήµατος. Οµως θα
χρειαστούν µερικές δεκαετίες για τον ηλεκτρικό
µετασχηµατισµό.
Ο πρώτος
στόχος της ευρωπαϊκής στρατηγικής, δηλαδή η
απεξάρτηση της Ε.Ε. από το ρωσικό αέριο, ήταν
πιο εύκολα υλοποιήσιµος. Πράγµατι, τα τελευταία
τρία χρόνια είδαµε το µερίδιο του εισαγόµενου
ρωσικού αερίου να συρρικνώνεται εντυπωσιακά και
να αντικαθίσταται από αυξηµένες ροές µέσω αγωγών
(από Νορβηγία, Αζερµπαϊτζάν και Αλγερία) και
κυρίως από υψηλές εισαγωγές
LNG,
προερχόµενες πρωτίστως από ΗΠΑ, Κατάρ κ.α. Με
απτό αποτέλεσµα τη µείωση των εισαγωγών ρωσικού
αερίου στην Ευρώπη από τα 180
bcma
το 2021 στα 38
bcma
το 2025. Ταυτόχρονα αυξήθηκαν δραµατικά οι
εισαγωγές
LNG,
αφού από τα 50
bcma
το 2021 –όπου το
LNG
χρησιµοποιείτο αυστηρά ως συµπληρωµατικό
καύσιµο– έφθασαν πέρυσι στα 120
bcma.
Οµως µε τη µεγάλη στροφή προς το
LNG
η Ευρώπη αντάλλαξε µια µορφή εξάρτησης µε µια
άλλη.
Με την
παράδοξη τροπή που έχουν πάρει τα πράγµατα, µε
τις ΗΠΑ –βασικό πλέον ενεργειακό προµηθευτή της
Ε.Ε.– να είναι απέναντι στην Ευρώπη, η επίτευξη
στρατηγικής αυτονοµίας αποτελεί απόλυτη
προτεραιότητα. Οµως προϋπόθεση για τέτοιου
είδους αυτονοµία είναι η ενεργειακή ανεξαρτησία,
που όµως δεν µπορεί να επιτευχθεί όσο οι
κυβερνώσες ευρωπαϊκές πολιτικές ελίτ
εξακολουθούν να κινούνται υπό την επήρεια των
πράσινων πολιτικών, θεωρώντας τα ορυκτά καύσιµα
τον βασικό ένοχο για την αύξηση των εκποµπών του
θερµοκηπίου. Παρά το γεγονός ότι η Ε.Ε.
ευθύνεται για λιγότερο από το 7% των παγκόσµιων
ρύπων.
Ο µόνος
τρόπος για να µειώσει αποτελεσµατικά η Ευρώπη
την ενεργειακή εξάρτησή της είναι η αξιοποίηση
του δυναµικού υδρογονανθράκων που κατέχει στην
περιφέρειά της. Αυτό σηµαίνει την περαιτέρω
έρευνα και ανάπτυξη κοιτασµάτων που απαντώνται
σε περιοχές όπως η Βόρεια Θάλασσα, η Μαύρη
Θάλασσα, η Αδριατική, το Ιόνιο, οι περιοχές
δυτικά και νότια της Κρήτης και ασφαλώς όλη η
Ανατολική Μεσόγειός, µε επίκεντρο την Κύπρο και
το Ισραήλ, όπου τα τελευταία 15 χρόνια έχουν
ανακαλυφθεί σηµαντικά κοιτάσµατα φυσικού αερίου.
Σύµφωνα µε
στοιχεία από το ΙΕΑ και το ΕΙΑ, το συνολικό
πετρελαϊκό δυναµικό της Ευρώπης,
συµπεριλαµβανοµένων της Νορβηγίας και της
Βρετανίας, ανέρχεται στα 13,16 δισ. βαρέλια, το
οποίο κάθε άλλο παρά αµελητέο είναι. Σε ό,τι
αφορά το φυσικό αέριο, τα αποδεδειγµένα
αποθέµατα κατηγορίας Ρ2 (proven
reserves)
υπολογίζονται στα 7,5 τρισ. κυβ. µέτρα (tcm),
εκ των οποίων Κύπρος και Ισραήλ διαθέτουν 1,6
tcm, ενώ η Ελλάδα δεν
έχει σχεδόν κανένα ακόµη.
Τα ανωτέρω
είναι πολύ αξιόλογα µεγέθη και καταρρίπτουν τον
µύθο που έχει επικρατήσει ότι η Ευρώπη δήθεν δεν
διαθέτει εµπορικά εκµεταλλεύσιµα κοιτάσµατα
υδρογονανθράκων. Ετσι το νέο τοπίο ενεργειακής
προµήθειας της Ε.Ε. σε µεσοπρόθεσµη βάση θα
µπορούσε να στηριχθεί στους εγχώριους
υδρογονάνθρακες, στην πυρηνική ενέργεια και εν
µέρει στις ΑΠΕ, που αν και χαµηλής απόδοσης
–λόγω της διαλείπουσας λειτουργίας τους–
συµµετέχουν στο ενεργειακό µείγµα. Σε αυτό το
πλαίσιο η Ελλάδα µπορεί να συµβάλει στην
ενεργειακή προµήθεια της Ε.Ε. τόσο µε φυσικό
αέριο όσο και µε εξαγωγές ηλεκτρισµού, από
«φθηνές» (sic)
ΑΠΕ.
Η Ελλάδα
έχει σήµερα µια µοναδική ευκαιρία να αναπτύξει
τα κοιτάσµατα που έχει εντοπίσει – αλλά δεν έχει
επιβεβαιώσει–, τα οποία εκτιµώνται στα 2-2,5
δισ. βαρέλια ισοδύναµου πετρελαίου (boe),
και να κάνει επιτέλους στροφή προς τον ρεαλισµό
αποβάλλοντας όλες τις αναστολές, δήθεν για
περιβαλλοντικούς λόγους, που προέτασσε µέχρι
πρότινος η κυβέρνηση. Πράγµα που απέτρεψε όλες
τις µέχρι σήµερα προσπάθειες να προχωρήσουν οι
έρευνες σε επίπεδο γεωτρήσεων.
Το γεγονός
ότι οι δύο µεγαλύτερες πετρελαϊκές εταιρείες του
κόσµου, οι αµερικανικές
ExxonMobil και
Chevron,
έχουν κατοχυρωµένες παραχωρήσεις σε µεγάλες
θαλάσσιες εκτάσεις στην Ελλάδα και έχουν ήδη
προχωρήσει σε εκτενείς σεισµικές έρευνες, είναι
λίαν παρήγορο και ενισχυτικό της προσπάθειας της
χώρας µας να επιτύχει εγχώρια παραγωγή
µειώνοντας τη µεγάλη ενεργειακή εξάρτησή της
(φθάνει στο 80%). Η ανακοινωθείσα ερευνητική
γεώτρηση για το 2027 στο
Block
2 στο Ιόνιο από τη
Chevron,
µαζί µε τους εταίρους της
Energean
και
HELLENiQ
ENERGY,
θα αποτελέσει σηµείο αναφοράς σε εθνικό και
ευρωπαϊκό επίπεδο, καθότι το συγκεκριµένο
κοίτασµα, που εκτιµάται στα 250
bcma,
θα επιτρέψει την πλήρη κάλυψη των αναγκών της
χώρας, ενώ παράλληλα θα µπορεί να καλύψει ένα
µέρος της τροφοδοσίας της ευρωπαϊκής αγοράς.
*Ο κ.
Κωστής Σταμπολής είναι πρόεδρος και εκτελεστικός
διευθυντής του Ινστιτούτου Ενέργειας
Νοτιοανατολικής Ευρώπης (ΙΕΝΕ).
** Το
άρθρο δημοσιεύτηκε αρχικά στην Καθημερινή της
Κυριακής.
|