|
Η
ιδέα της εργαλειοποίησης
της αλληλεξάρτησης
ωστόσο, αναδεικνύει το
γεγονός ότι τα δίκτυα
οργανώνονται γύρω από
ορισμένους κρίσιμους
κόμβους. Οι κόμβοι αυτοί
συνήθως εντοπίζονται σε
συγκεκριμένους
γεωγραφικούς χώρους ή
ανήκουν στη δικαιοδοσία
συγκεκριμένων κρατών,
συνηθέστερα, μεγάλων
ανεπτυγμένων οικονομιών
όπως -κυρίως- οι ΗΠΑ,
ευρωπαϊκές χώρες ή η
Κίνα. Αυτό το γεγονός
δίνει τη δυνατότητα στα
κράτη αυτά να
χρησιμοποιήσουν την
επιρροή τους πάνω σε
αυτούς τους κόμβους για
να ελέγξουν τις ροές
πληροφοριών που περνάνε
από αυτούς, ή και να
αποκλείσουν αντιπάλους
από την πρόσβαση τους
στα δίκτυα αυτά.
Σε
αυτό το πλαίσιο, θα είχε
ενδιαφέρον να εξετάσουμε
ορισμένες από τις
πρόσφατες διεθνείς
εξελίξεις υπό το πρίσμα
της εργαλειοποίησης της
αλληλεξάρτησης. Το πλέον
προφανές πρόσφατο
παράδειγμα που συχνά
αναφέρεται στη δημόσια
συζήτηση είναι το
κλείσιμο των Στενών του
Ορμούζ από το Ιράν. Εδώ
είναι ενδιαφέρον να
παρατηρήσει κανείς ότι
το κλείσιμο ενός κόμβου,
όπως τα Στενά του
Ορμούζ, δεν έγινε από τη
μεγάλη δύναμη, τις ΗΠΑ,
η οποία επιτέθηκε στο
Ιράν, αλλά από το
αμυνόμενο κράτος, το
οποίο αντιλήφθηκε το
πλεονέκτημα της
γεωγραφίας του για να
επιβάλει κόστη στις ΗΠΑ
και σε όλους όσους τις
υποστήριξαν, αλλά και
γενικότερα στην
παγκόσμια οικονομία,
ποντάροντας στην
οικονομική και κατ’
επέκταση κοινωνική και
πολιτική αναταραχή που
αυτή θα προκαλούσε.
Παρότι η περίπτωση αυτή,
δεν αφορά, με τη στενή
έννοια, το είδος των
δικτύων για τα οποία
μίλησαν οι Newman και
Farell, η εξάρτηση
μεγάλου μέρους της
παγκόσμιας αγοράς από το
πετρέλαιο του Περσικού
Κόλπου δημιουργεί
συνθήκες ενός
γεωγραφικού κόμβου που
λειτουργεί με αντίστοιχο
τρόπο. Από την άλλη
πλευρά, οι ΗΠΑ
επιχειρούν να
χρησιμοποιήσουν τα
χρηματοπιστωτικά δίκτυα
τα οποία ελέγχουν για να
προκαλέσουν οικονομική
ασφυξία στο Ιράν,
στοχεύοντας συχνά
συμμάχους, πελάτες και
συνεργάτες του
καθεστώτος, ενώ έχουν
αποκλείσει και
στρατιωτικά τη διέλευση
πλοίων προς τα ιρανικά
λιμάνια. Πρόκειται για
μια ιδιότυπη περίπτωση
«αμοιβαίου αποκλεισμού».
Μια
άλλη περίπτωση που είναι
πιο κοντά στο θεωρητικό
πλαίσιο των συγγραφέων,
είναι αυτή της Ρωσίας
και των κυρώσεων -ιδίως
χρηματοπιστωτικών και
εμπορικών- που έχουν
επιβάλει οι ΗΠΑ και οι
σύμμαχοί τους.
Χαρακτηριστικές κινήσεις
αποκλεισμού από τα
χρηματοπιστωτικά δίκτυα
εδώ ήταν το πάγωμα των
αποθεματικών της
Κεντρικής Τράπεζας της
Ρωσίας, ο αποκλεισμός
των ρωσικών τραπεζών από
το SWIFT και το πλαφόν
στην τιμή του
πετρελαίου, ενώ στο
πεδίο του εμπορίου
είχαμε εμπάργκο στις
ενεργειακές εισαγωγές
από τη Ρωσία,
απαγορεύσεις εξαγωγών
τεχνολογικών προϊόντων
με δυνητική στρατιωτική
χρήση προς τη Ρωσία και
δευτερογενείς δασμούς σε
χώρες που συνέχισαν να
έχουν οικονομικές
συναλλαγές μαζί της.
Βέβαια, όπως είναι
γνωστό -και μάλλον
αναμενόμενο με βάση την
ιστορική εμπειρία- οι
περιορισμοί αυτοί παρότι
έχουν δημιουργήσει
σοβαρά προβλήματα στη
Ρωσία, δεν κατάφεραν τον
οικονομικό και εμπορικό
«στραγγαλισμό» της,
καθώς η τελευταία
κατάφερε να βρει
εναλλακτικές εμπορικές
οδούς, κράτη και άλλους
δρώντες διαθέσιμους να
συνεργαστούν μαζί της,
παρακάμπτοντας έτσι σε
σημαντικό βαθμό τις
επιβληθείσες κυρώσεις.
Εάν λάβουμε υπόψη και
τις τελευταίες εξελίξεις
μάλιστα, με την πρόσφατη
συμφωνία Τράμπ – Πούτιν,
φαίνεται ότι ο
αποκλεισμός των Στενών
του Ορμούζ που επέβαλε
το Ιράν είναι μάλλον πιο
επιτυχημένος, καθώς ωθεί
τις ΗΠΑ σε άμβλυνση των
πιέσεων προς τη Ρωσία
προκειμένου να
αντιμετωπιστεί η
παγκόσμια ενεργειακή
κρίση.
Η
μερική μόνο επιτυχία των
πιο πάνω παραδειγμάτων
αποκλεισμών, αναδεικνύει
τα όρια της
εργαλειοποίησης της
αλληλεξάρτησης, καθώς
και τις αναγκαίες
προϋποθέσεις για την
επιτυχή χρησιμοποίησή
της, μία εκ των οποίων
είναι η μη ύπαρξη
εναλλακτικών επιλογών
για κράτη που πλήττονται
από την εργαλειοποίηση
ενός δικτύου. Παρότι,
όπως αναφέρουν οι Newman
και Farell, η πρόσβαση
σε δίκτυα σαν αυτά που
περιγράφουν είναι
δύσκολο να
αντικατασταθούν, ίσως οι
συγγραφείς να έχουν
υποτιμήσει τη
δημιουργικότητα των
κρατών αλλά και τη
διαφοροποίηση των
εθνικών και άλλων
οικονομικών συμφερόντων
που ευνοούν ad hoc
συνεργασίες ή/και
προσπάθειες δημιουργίας
εναλλακτικών δικτύων.
Χαρακτηριστικό
παράδειγμα αποτελούν οι
εμπορικοί περιορισμοί
που έθεσαν οι ΗΠΑ σε
προηγμένους ημιαγωγούς
και εξοπλισμό κατασκευής
τσιπ με προορισμό την
Κίνα, προκειμένου να
περιορίσουν τις
δυνατότητες της να
αναπτύξει εργαλεία
τεχνητής νοημοσύνης. Η
παρουσίαση του DeepSeek
τον Ιανουάριο του 2025,
με δυνατότητες
αντίστοιχες μοντέλων της
OpenAI, με τη χρήση
φθηνότερων και λιγότερο
προηγμένων τσιπ της
Nvidia, αποτέλεσε
παγκόσμιο σοκ, το οποίο
ενισχύθηκε από την
φετινή παρουσίαση του
DeepSeek V4, το οποίο
«τρέχει» σε τσιπ της
Κινεζικής Huawei, μιας
εταιρείας η οποία
βρίσκεται υπό
αμερικανικές κυρώσεις.
Συνεπώς, η πολιτική των
ΗΠΑ οδήγησε τελικά την
Κίνα στον δρόμο
ανάπτυξης της δικής της
τεχνολογίας,
παρακάμπτοντας σε μεγάλο
βαθμό τους περιορισμούς
που της τέθηκαν.
Από
την άλλη πλευρά, η Κίνα,
επέβαλε περιορισμούς
στην εξαγωγή σπάνιων
γαιών, ως αντίποινα για
τους αμερικανικούς
δασμούς, αντιγράφοντας
συχνά τα νομικά εργαλεία
που χρησιμοποιούνται από
τις ΗΠΑ. Η Κίνα
βρίσκεται σε ιδιαίτερα
πλεονεκτική θέση για την
επιβολή αποκλεισμού στο
πεδίο αυτό, καθώς
εκτιμάται ότι κατέχει
περίπου το 60% της
παγκόσμιας εξόρυξης και
το 90% της ικανότητας
διύλισης και
επεξεργασίας των βασικών
σπάνιων γαιών. Παρότι οι
γενικευμένοι περιορισμοί
ανεστάλησαν μετά από τη
συμφωνία Τράμπ και Σι το
φθινόπωρο του 2025, και
την μείωση των δασμών
από τις ΗΠΑ, η Κίνα
εξακολουθεί να εφαρμόζει
επιλεκτικούς
περιορισμούς σε κράτη
όπως η Ιαπωνία, αλλά και
σε αμερικανικές και
ευρωπαϊκές εταιρείες.
Αναμένονται με ιδαίτερο
ενδιαφέρον οι εξελίξεις
στο πεδίο αυτό ενόψει
της λήξης της περυσινής
«εκεχειρίας» τις
επόμενες εβδομάδες.
Το
συμπέρασμα που προκύπτει
δεν είναι ότι η
εργαλειοποίηση των
δικτύων δεν είναι
αποτελεσματική, αλλά ότι
μπορεί να
αντιμετωπιστεί, συχνά με
την εργαλειοποίηση από
το πληττόμενο κράτος
άλλων δικτύων στα οποία
εκείνο ασκεί ένα βαθμό
ελέγχου, οδηγώντας έτσι
σε μια διαρκή και
κλιμακούμενη
εργαλειοποίηση των
δικτύων που συνδέουν τις
εθνικές οικονομίες. Στο
πλαίσιο ενός πολυπολικού
διεθνούς συστήματος όπου
υπονομεύονται διαρκώς οι
πολυμερείς θεσμοί
διακυβέρνησης και
αυξάνονται με ραγδαίο
ρυθμό τα τελευταία
χρόνια, διμερείς,
ολιγομερείς και
περιφερειακές συμφωνίες,
το αποτέλεσμα μιας
εκτεταμένης
εργαλειοποίησης της
αλληλεξάρτησης θα είναι
ένας κατακερματισμός της
παγκόσμιας οικονομίας,
με προφανείς απώλειες
αποτελεσματικότητας για
όλα τα κράτη και μια
διαρκώς αυξανόμενη -και
ιδιαίτερα επικίνδυνη-
σύνδεση της οικονομίας
με ζητήματα ασφάλειας.
* Ο
Δημήτρης Χ. Κατσίκας
είναι Αναπληρωτής
Καθηγητής ΕΚΠΑ, Κύριος
Ερευνητής ΕΛΙΑΜΕΠ και
Πρόεδρος του ΣΔ, ΕΔΕΠΟ.
Πρώτη δημοσίευση στο MR
|