|
Αυτά
λοιπόν καθιστούν τη Γροιλανδία ένα
«διαμάντι» που θα μπορούσε να ενισχύσει την
αμερικανική ισχύ απέναντι σε Ρωσία και Κίνα. Η
πρόταση του Trump, όσο κι αν απορρίφθηκε, έθεσε
το ερώτημα: ποιος θα ελέγξει την Αρκτική στον
21ο αιώνα;
Παράλληλα, Η πρόσφατη κίνηση του Αμερικάνου
Προέδρου στη Βενεζουέλα δείχνει ότι η ίδια
λογική επεκτείνεται στη Λατινική Αμερική. Μετά
τη σύλληψη του Νικολάς Μαδούρο από αμερικανικές
δυνάμεις στις αρχές Ιανουαρίου 2026, ο Trump
δήλωσε ότι οι ΗΠΑ θα «τρέξουν» τη χώρα και
μάλιστα αυτοανακηρύχθηκε «acting president of
Venezuela». Η Βενεζουέλα, με τα τεράστια
αποθέματα πετρελαίου (με περίπου 303
δισεκατομμύρια βαρέλια, που αντιστοιχούν στο 17%
των παγκόσμιων αποθεμάτων, σύμφωνα με στοιχεία
του OPEC. Η παραγωγή, ωστόσο, έχει καταρρεύσει:
μόλις 1,14 εκατ. βαρέλια ημερησίως το 2025, σε
σύγκριση με το ιστορικό υψηλό των 3,45 εκατ. το
1997), αποτελεί τον ενεργειακό καθρέφτη της
Γροιλανδίας: εκεί όπου η Αρκτική προσφέρει
σπάνιες γαίες και στρατιωτική επιτήρηση, η
Βενεζουέλα προσφέρει υδρογονάνθρακες και
γεωπολιτικό έλεγχο στη Δυτική Ημισφαίρια. Η
επιδίωξη είναι η ίδια: η κατοχύρωση της
αμερικανικής κυριαρχίας σε κρίσιμους πόρους και
στρατηγικά σημεία.
Η σύνδεση
των δύο περιπτώσεων αποκαλύπτει μια συνεκτική
στρατηγική αφήγηση. Ο Trump δεν βλέπει τα κράτη
ως κυρίαρχες οντότητες αλλά ως «ακίνητα» ή
«περιουσιακά στοιχεία» που μπορούν να ενταχθούν
στο αμερικανικό χαρτοφυλάκιο ισχύος. Η
Γροιλανδία ήταν η «μεγάλη ακίνητη περιουσία» του
Βορρά, ενώ η Βενεζουέλα είναι το «ενεργειακό
οικόπεδο» του Νότου. Και στις δύο περιπτώσεις, η
αντίδραση της διεθνούς κοινότητας υπήρξε έντονη:
η Δανία μίλησε για «παράλογη πρόταση», ενώ στη
Βενεζουέλα η επέμβαση καταγγέλθηκε ως παραβίαση
της κυριαρχίας και του διεθνούς δικαίου.
Η λογική
«ιδιοκτησίας» κατά το διεθνές δίκαιο, η πρόταση
αγοράς της Γροιλανδίας παραβιάζει την έννοια της
αυτοδιάθεσης, ενώ η στρατιωτική επέμβαση στη
Βενεζουέλα συνιστά κατάφωρη παραβίαση του Χάρτη
του ΟΗΕ. Η στρατηγική αυτή αμφισβητεί τα όρια
της διεθνούς τάξης και επαναφέρει πρακτικές που
θυμίζουν τον Ψυχρό Πόλεμο. Η ιστορία δείχνει ότι
τέτοιες πρακτικές δεν είναι πρωτόγνωρες: η
εισβολή στο Ιράκ το 2003, η επέμβαση στον Παναμά
το 1989, ακόμη και η στρατιωτική δράση στο
Κόσοβο το 1999. Σε όλες αυτές τις περιπτώσεις,
οι ενεργειακοί ή γεωπολιτικοί πόροι αποτέλεσαν
τον πραγματικό στόχο.
Ωστόσο, η
ουσία δεν βρίσκεται μόνο στις αντιδράσεις.
Βρίσκεται στο γεγονός ότι η αμερικανική
στρατηγική υπό τον Trump δεν διστάζει να
αμφισβητήσει τα όρια της διεθνούς τάξης. Η
Γροιλανδία και η Βενεζουέλα είναι δύο όψεις της
ίδιας επιδίωξης: να επανακαθοριστεί η
γεωπολιτική με όρους ιδιοκτησίας και ελέγχου
πόρων. Η Αρκτική και η Λατινική Αμερική γίνονται
έτσι οι νέες «ζώνες πειραματισμού» για μια
πολιτική που δεν φοβάται να προκαλέσει, να
σοκάρει και να ανατρέψει.
Το στοχαστικό συμπέρασμα είναι ότι η στρατηγική
του Trump δεν είναι τυχαία ούτε αποσπασματική.
Αντίθετα, συνδέει διαφορετικές γεωγραφίες σε μια
ενιαία αφήγηση: η Αμερική ως διαχειριστής
κρίσιμων περιοχών του πλανήτη.
Η
Γροιλανδία και η Βενεζουέλα, όσο διαφορετικές κι
αν φαίνονται, αποτελούν κομμάτια του ίδιου παζλ.
Και το ερώτημα που μένει ανοιχτό είναι αν η
διεθνής κοινότητα θα αποδεχθεί αυτήν την
«ιδιοκτησιακή» λογική ή αν θα αντισταθεί σε μια
νέα μορφή γεωπολιτικού ρεαλισμού που μετατρέπει
κράτη σε περιουσιακά στοιχεία χωρών και ηγέτες
στους νόμιμους κατόχους τους.
Τατιάνα Κορωνιά (Το Βήμα)
|