|
Τα οκτώ διαγράμματα που
παρουσιάζει η
Wall
Street
Journal
αναδεικνύουν τις βασικές
αιτίες του προβλήματος
και τα διλήμματα που θα
κληθεί να διαχειριστεί η
επόμενη πολιτική ηγεσία,
ενόψει των προεδρικών
εκλογών του 2027.
1. Η ενεργειακή κρίση
που μεταφέρθηκε με
καθυστέρηση στα
νοικοκυριά
Η σημερινή πίεση στους
οικογενειακούς
προϋπολογισμούς
συνδέεται σε σημαντικό
βαθμό με τον τρόπο με
τον οποίο η Γαλλία
αντιμετώπισε την
ενεργειακή κρίση των
προηγούμενων ετών.
Την περίοδο 2022-2024, η
κυβέρνηση εφάρμοσε
εκτεταμένα προγράμματα
επιδοτήσεων και άλλων
παρεμβάσεων, με στόχο να
προστατεύσει τους
καταναλωτές από τις
απότομες αυξήσεις των
τιμών της ενέργειας. Οι
μηχανισμοί αυτοί
συγκράτησαν προσωρινά
τον πληθωρισμό και
περιόρισαν τις
επιπτώσεις της
ενεργειακής αναταραχής
στο διαθέσιμο εισόδημα
των νοικοκυριών.
Η προστασία, ωστόσο,
είχε σημαντικό
δημοσιονομικό κόστος. Η
χρηματοδότηση των μέτρων
επιβάρυνε τα δημόσια
οικονομικά, ενώ μέρος
της πίεσης που
διαφορετικά θα είχε
μεταφερθεί άμεσα στους
καταναλωτές απορροφήθηκε
από τον κρατικό
προϋπολογισμό.
Η σταδιακή απόσυρση των
παρεμβάσεων αποκαλύπτει
πλέον το πραγματικό
βάρος των ανατιμήσεων.
Καθώς το κράτος διαθέτει
λιγότερα περιθώρια για
νέες επιδοτήσεις, τα
νοικοκυριά καλούνται να
καλύψουν μεγαλύτερο
μέρος του ενεργειακού
κόστους από το εισόδημά
τους.
Έτσι, η προηγούμενη
πολιτική προστασίας δεν
εξάλειψε τις πιέσεις,
αλλά περιόρισε προσωρινά
την έντασή τους,
αφήνοντας παράλληλα ένα
αυξημένο δημοσιονομικό
βάρος.
2. Η ενεργειακή
προστασία περιορίζεται,
οι λογαριασμοί
αυξάνονται
Η ανάγκη δημοσιονομικής
εξυγίανσης αναγκάζει τη
γαλλική κυβέρνηση να
περιορίσει την κρατική
στήριξη προς τους
καταναλωτές. Στο πλαίσιο
αυτό, η αύξηση των
φορολογικών επιβαρύνσεων
στην ηλεκτρική ενέργεια
και στο φυσικό αέριο
μεταφέρει μεγαλύτερο
μέρος του κόστους στα
νοικοκυριά.
Η εξέλιξη αυτή αποκτά
ιδιαίτερη σημασία σε μια
περίοδο κατά την οποία
οι γεωπολιτικές εντάσεις
στη Μέση Ανατολή
προκαλούν νέες
αναταράξεις στις
διεθνείς ενεργειακές
αγορές.
Σύμφωνα με στοιχεία του
ερευνητικού ινστιτούτου
Bruegel,
η Γαλλία έχει διαθέσει
φέτος λιγότερους πόρους
για έκτακτη ενεργειακή
στήριξη ακόμη και σε
σύγκριση με μικρότερες
οικονομίες, όπως η
Ιρλανδία.
Η απόσυρση των μέτρων
προστασίας συμπίπτει με
την επιβάρυνση των
λογαριασμών κοινής
ωφέλειας, δημιουργώντας
πρόσθετες πιέσεις στο
κόστος ζωής. Αυτό
συμβαίνει ενώ σε αρκετές
ευρωπαϊκές οικονομίες ο
πληθωρισμός εμφανίζει
ενδείξεις αποκλιμάκωσης.
Η Γαλλία βρίσκεται,
επομένως, αντιμέτωπη με
έναν καθυστερημένο
πληθωριστικό κραδασμό:
οι επιπτώσεις της
ενεργειακής κρίσης
γίνονται περισσότερο
αισθητές στα νοικοκυριά
ακριβώς τη στιγμή που η
δυνατότητα του κράτους
να τα προστατεύσει έχει
περιοριστεί.
3. Δημοσιονομικό
έλλειμμα μεταξύ των
υψηλότερων στις
ανεπτυγμένες οικονομίες
Στον πυρήνα της κρίσης
βρίσκεται η
δημοσιονομική κατάσταση
της Γαλλίας. Οι υψηλές
δημόσιες δαπάνες, σε
συνδυασμό με τα
περιορισμένα περιθώρια
αύξησης των εσόδων χωρίς
πρόσθετες επιβαρύνσεις,
έχουν οδηγήσει σε ένα
από τα μεγαλύτερα
ελλείμματα μεταξύ των
ανεπτυγμένων οικονομιών.
Σύμφωνα με τις
προβλέψεις του Διεθνούς
Νομισματικού Ταμείου,
μεταξύ των μεγάλων
ανεπτυγμένων οικονομιών
μόνο οι Ηνωμένες
Πολιτείες αναμένεται να
εμφανίσουν υψηλότερο
δημοσιονομικό έλλειμμα
από τη Γαλλία για το
εξεταζόμενο έτος.
Η εικόνα αυτή περιορίζει
τη δυνατότητα του
κράτους να
χρησιμοποιήσει τον
προϋπολογισμό ως
εργαλείο αντιμετώπισης
της κοινωνικής
δυσαρέσκειας. Σε
προηγούμενες κρίσεις, η
κυβέρνηση μπορούσε να
αυξήσει τις επιδοτήσεις,
να χρηματοδοτήσει νέα
κοινωνικά προγράμματα ή
να ενισχύσει τις
δημόσιες επενδύσεις.
Σήμερα, κάθε νέα
παρέμβαση πρέπει να
αξιολογείται και υπό το
πρίσμα της βιωσιμότητας
του δημόσιου χρέους. Η
διεύρυνση του
ελλείμματος ενδέχεται να
εντείνει τις ανησυχίες
των επενδυτών,
αυξάνοντας το κόστος
χρηματοδότησης της
χώρας.
Το δίλημμα είναι σαφές:
η κοινωνία ζητά
περισσότερη οικονομική
στήριξη, αλλά η
δημοσιονομική κατάσταση
απαιτεί περιορισμό των
ελλειμμάτων. Η
ταυτόχρονη ικανοποίηση
αυτών των δύο απαιτήσεων
αποτελεί μία από τις
μεγαλύτερες προκλήσεις
για τη γαλλική
κυβέρνηση.
4. Το αυξανόμενο κόστος
δανεισμού περιορίζει τις
δημόσιες δαπάνες
Οι ανησυχίες για τα
δημόσια οικονομικά και η
πολιτική αβεβαιότητα
έχουν ενισχύσει τις
πιέσεις στα γαλλικά
κρατικά ομόλογα. Οι
πωλήσεις τίτλων οδηγούν
σε άνοδο των αποδόσεων,
αυξάνοντας το κόστος με
το οποίο το Δημόσιο
μπορεί να δανειστεί στις
αγορές.
Στο αρχικό δημοσίευμα
αναφέρεται ότι η απόδοση
του γαλλικού δεκαετούς
ομολόγου έχει ξεπεράσει
το 5%. Ένα τέτοιο
επίπεδο, εφόσον
επιβεβαιώνεται για τη
συγκεκριμένη χρονική
στιγμή, θα συνιστούσε
σημαντική επιβάρυνση για
τη χρηματοδότηση του
κράτους.
Η αύξηση των αποδόσεων
δεν μεταφράζεται
αυτομάτως σε αντίστοιχη
ανατίμηση του κόστους
για το σύνολο του
υφιστάμενου χρέους.
Ωστόσο, καθώς το Δημόσιο
αναχρηματοδοτεί λήξεις
και εκδίδει νέους
τίτλους, οι υψηλότερες
αποδόσεις μπορούν
σταδιακά να αυξήσουν τις
δαπάνες εξυπηρέτησης του
χρέους.
Αυτό σημαίνει ότι
μεγαλύτερο μέρος των
δημόσιων εσόδων
ενδέχεται να
κατευθύνεται στην
πληρωμή τόκων,
περιορίζοντας τους
διαθέσιμους πόρους για
την εκπαίδευση, τη
στέγαση, τις κοινωνικές
παροχές και τις δημόσιες
επενδύσεις.
Η εξέλιξη αυτή στερεί
από τη Γαλλία ένα
σημαντικό πλεονέκτημα
που είχε σε προηγούμενες
κρίσεις: τη δυνατότητα
να χρηματοδοτεί σχετικά
εύκολα έκτακτες
παρεμβάσεις μέσω του
δανεισμού.
5. Η αγοραστική δύναμη
παραμένει υπό πίεση
Η κοινωνική δυσαρέσκεια
δεν εξηγείται μόνο από
την άνοδο των τιμών,
αλλά και από τη δυσκολία
των εισοδημάτων να
ακολουθήσουν το αυξημένο
κόστος ζωής.
Το πραγματικό διαθέσιμο
εισόδημα των γαλλικών
νοικοκυριών έχει
εμφανίσει περιορισμένη
βελτίωση σε σχέση με τις
πιέσεις που δέχθηκαν τα
προηγούμενα χρόνια.
Ακόμη και όταν
καταγράφονται
ονομαστικές αυξήσεις
μισθών, αυτές δεν
συνεπάγονται απαραίτητα
αντίστοιχη ενίσχυση της
αγοραστικής δύναμης.
Η διαφορά μεταξύ
ονομαστικού και
πραγματικού εισοδήματος
είναι καθοριστική: όταν
οι τιμές αυξάνονται με
ρυθμό αντίστοιχο ή
υψηλότερο από τις
αποδοχές, τα νοικοκυριά
δεν μπορούν να αγοράζουν
περισσότερα αγαθά και
υπηρεσίες, παρά τις
αυξήσεις που
εμφανίζονται στους
μισθούς τους.
Η πίεση είναι εντονότερη
στις βασικές δαπάνες,
όπως η ενέργεια, τα
τρόφιμα και η καθημερινή
κατανάλωση. Όταν οι
δαπάνες αυτές απορροφούν
μεγαλύτερο μέρος του
οικογενειακού
προϋπολογισμού,
περιορίζεται η
δυνατότητα αποταμίευσης
και η κατανάλωση άλλων
αγαθών.
Η σύγκριση με τις
Ηνωμένες Πολιτείες, όπου
οι μισθολογικές αυξήσεις
έχουν σε ορισμένες
περιόδους συμβάλει
περισσότερο στην
ανάκτηση των απωλειών
από τον πληθωρισμό,
αναδεικνύει τις
διαφορετικές εξελίξεις
στην αγοραστική δύναμη.
Για τη Γαλλία, το
πρόβλημα είναι ότι η
προηγούμενη κρατική
στήριξη δεν έχει
μεταφραστεί σε
διατηρήσιμη ενίσχυση της
οικονομικής δυνατότητας
των νοικοκυριών. Η
επιμονή αυτής της πίεσης
τροφοδοτεί τις
απαιτήσεις για νέες
παρεμβάσεις, ακόμη και
όταν τα δημοσιονομικά
περιθώρια στενεύουν.
6. Η υψηλή φορολογία
περιορίζει τα περιθώρια
ελιγμών
Η Γαλλία συγκαταλέγεται
στις χώρες με την
υψηλότερη φορολογική
επιβάρυνση μεταξύ των
ανεπτυγμένων οικονομιών.
Τα συνολικά φορολογικά
έσοδα προσεγγίζουν το
ήμισυ της οικονομικής
παραγωγής, αντανακλώντας
το εύρος του κοινωνικού
κράτους και των δημόσιων
υπηρεσιών.
Το μοντέλο αυτό έχει
δημιουργήσει υψηλές
προσδοκίες από την
πλευρά των πολιτών για
την ποιότητα των
δημόσιων παροχών. Η
εκπαίδευση, οι δημόσιες
συγκοινωνίες, η
υγειονομική περίθαλψη
και η κοινωνική
προστασία αποτελούν
βασικά στοιχεία του
γαλλικού κοινωνικού
συμβολαίου.
Ωστόσο, η διατήρηση
αυτού του συστήματος
γίνεται δυσκολότερη όταν
οι δημόσιες δαπάνες
υπερβαίνουν διαρκώς τα
έσοδα και το κόστος
εξυπηρέτησης του χρέους
αυξάνεται.
Η περαιτέρω αύξηση της
φορολογίας θα μπορούσε
να προσφέρει πρόσθετα
έσοδα, αλλά ενδέχεται να
επιβαρύνει την
κατανάλωση, τις
επιχειρηματικές
επενδύσεις και την
οικονομική
δραστηριότητα. Από την
άλλη πλευρά, οι
περικοπές στις δημόσιες
υπηρεσίες και στις
κοινωνικές παροχές είναι
πιθανό να προκαλέσουν
έντονες αντιδράσεις.
Η κυβέρνηση βρίσκεται
έτσι αντιμέτωπη με ένα
δύσκολο δίλημμα. Οι
πολίτες καταβάλλουν ήδη
υψηλούς φόρους και
αναμένουν αντίστοιχα
ποιοτικές υπηρεσίες, ενώ
η δημοσιονομική
προσαρμογή απαιτεί είτε
πρόσθετα έσοδα είτε
περιορισμό των δαπανών
είτε συνδυασμό των δύο.
Η εξυγίανση των δημόσιων
οικονομικών δεν
αποτελεί, συνεπώς, μόνο
τεχνικό ζήτημα.
Συνδέεται άμεσα με την
κοινωνική αποδοχή του
τρόπου κατανομής των
φορολογικών βαρών και
των κρατικών πόρων.
7. Οι συνταξιοδοτικές
υποχρεώσεις απορροφούν
πόρους από τις δημόσιες
υπηρεσίες
Ένα λιγότερο εμφανές
πρόβλημα αφορά τον τρόπο
με τον οποίο
καταγράφονται οι
συνταξιοδοτικές
υποχρεώσεις του γαλλικού
Δημοσίου. Παρά το υψηλό
επίπεδο των συνολικών
δημόσιων δαπανών,
σημαντικό μέρος των
κονδυλίων που
εμφανίζονται στους
προϋπολογισμούς των
υπουργείων δεν
κατευθύνεται στις
τρέχουσες λειτουργικές
ανάγκες τους.
Χαρακτηριστικό
παράδειγμα αποτελεί η
εκπαίδευση. Σύμφωνα με
κυβερνητική έκθεση που,
όπως αναφέρει το αρχικό
δημοσίευμα,
δημοσιοποιήθηκε τον ίδιο
μήνα, το 32% του
προϋπολογισμού για την
εκπαίδευση κατευθύνεται
στην κάλυψη
συνταξιοδοτικών
υποχρεώσεων πρώην
δημοσίων υπαλλήλων.
Τα ποσά αυτά δεν
χρηματοδοτούν άμεσα τη
λειτουργία των σχολείων,
την αναβάθμιση των
υποδομών, τον εξοπλισμό
ή το εκπαιδευτικό έργο.
Αφορούν υποχρεώσεις που
έχουν δημιουργηθεί από
την απασχόληση
προσωπικού στο παρελθόν.
Η ιδιαιτερότητα
βρίσκεται στον λογιστικό
χειρισμό τους. Ενώ σε
άλλες χώρες οι
αντίστοιχες δαπάνες
καταγράφονται συνήθως ως
συνταξιοδοτικές, στη
Γαλλία μέρος τους
εμφανίζεται στους
προϋπολογισμούς των
υπουργείων ως
εργοδοτικές εισφορές.
Σύμφωνα με τον
οικονομολόγο Μαξίμ
Σμπαϊί (Maxime
Sbaihi)
του Institut
Montaigne,
περισσότερο από το 11%
του προϋπολογισμού της
κεντρικής κυβέρνησης,
ποσό που αντιστοιχεί σε
περίπου 56 δισ. δολάρια
ετησίως, χρησιμοποιείται
για τη χρηματοδότηση
συντάξεων χωρίς να
καταγράφεται λογιστικά
στην κατηγορία των
συνταξιοδοτικών δαπανών.
Η συγκεκριμένη πρακτική
επηρεάζει την εικόνα που
σχηματίζεται για το πώς
κατανέμονται οι δημόσιοι
πόροι. Ένας μεγάλος
προϋπολογισμός για την
εκπαίδευση δεν σημαίνει
κατ’ ανάγκη ότι
διατίθενται αντίστοιχα
μεγάλα ποσά για τις
σημερινές ανάγκες των
σχολείων.
Η διάκριση αυτή είναι
κρίσιμη για την
αξιολόγηση της
αποτελεσματικότητας των
δημόσιων δαπανών. Το
ζητούμενο δεν είναι μόνο
πόσα χρήματα δαπανά το
κράτος, αλλά και πόσα
από αυτά φτάνουν στις
υπηρεσίες που
χρειάζονται οι πολίτες
σήμερα.
8. Υποχώρηση στις
εκπαιδευτικές επιδόσεις
παρά τις υψηλές δαπάνες
Οι περιορισμοί στη
χρηματοδότηση των
δημόσιων υπηρεσιών
αποκτούν μεγαλύτερη
σημασία όταν
συνδυάζονται με τις
επιδόσεις τους. Στην
εκπαίδευση, η Γαλλία
έχει καταγράψει
υποχώρηση των μαθητικών
αποτελεσμάτων στις
διεθνείς αξιολογήσεις,
εντείνοντας τα ερωτήματα
για την
αποτελεσματικότητα του
συστήματος.
Οι επιδόσεις
αποτυπώνονται, μεταξύ
άλλων, στο πρόγραμμα
PISA
του Οργανισμού
Οικονομικής Συνεργασίας
και Ανάπτυξης (ΟΟΣΑ), το
οποίο αξιολογεί τις
γνώσεις και τις
δεξιότητες των μαθητών
και επιτρέπει συγκρίσεις
μεταξύ εκπαιδευτικών
συστημάτων.
Η πτωτική πορεία των
αποτελεσμάτων δημιουργεί
προβληματισμό σχετικά με
το κατά πόσο οι
διαθέσιμοι δημόσιοι
πόροι μετατρέπονται σε
καλύτερες εκπαιδευτικές
επιδόσεις και κατά πόσο
το σύστημα
ανταποκρίνεται στις
ανάγκες των νεότερων
γενεών.
Το ζήτημα αποκτά
ιδιαίτερη βαρύτητα σε
μια χώρα όπου η
εκπαίδευση αποτελεί
βασικό πυλώνα του
κοινωνικού κράτους. Οι
ανάγκες για καλύτερες
σχολικές υποδομές,
εξοπλισμό και
εκπαιδευτική υποστήριξη
ανταγωνίζονται τις
υφιστάμενες
συνταξιοδοτικές και
άλλες υποχρεώσεις του
Δημοσίου.
Η Γαλλία καλείται
επομένως να
αντιμετωπίσει όχι μόνο
το ύψος των δημόσιων
δαπανών, αλλά και την
αποτελεσματικότητά τους.
Η υψηλή φορολογική
επιβάρυνση και οι
αυξημένες κρατικές
δαπάνες δεν εγγυώνται
από μόνες τους ανάλογη
βελτίωση στην ποιότητα
των δημόσιων υπηρεσιών.
Το δύσκολο στοίχημα για
την επόμενη κυβέρνηση
Τα οκτώ διαγράμματα
αναδεικνύουν
διαφορετικές όψεις του
ίδιου προβλήματος: το
γαλλικό κοινωνικό κράτος
βρίσκεται αντιμέτωπο με
αυξανόμενες
χρηματοδοτικές ανάγκες,
την ώρα που η δυνατότητα
του Δημοσίου να
ανταποκριθεί χωρίς
πρόσθετη επιβάρυνση των
οικονομικών του
περιορίζεται.
Οι ενεργειακές
επιδοτήσεις προστάτευσαν
προσωρινά τα νοικοκυριά,
αλλά επιβάρυναν τον
προϋπολογισμό. Η υψηλή
φορολογία χρηματοδοτεί
ένα εκτεταμένο σύστημα
κοινωνικών παροχών, αλλά
περιορίζει τα περιθώρια
νέων φορολογικών
αυξήσεων. Οι
συνταξιοδοτικές
υποχρεώσεις απορροφούν
σημαντικούς πόρους, ενώ
το υψηλότερο κόστος
δανεισμού απειλεί να
περιορίσει ακόμη
περισσότερο τη
δυνατότητα
χρηματοδότησης άλλων
δημόσιων αναγκών.
Την ίδια στιγμή, τα
νοικοκυριά εξακολουθούν
να πιέζονται από το
κόστος ζωής και ζητούν
μεγαλύτερη προστασία. Η
κοινωνική δυσαρέσκεια
δεν μπορεί να
αντιμετωπιστεί
αποκλειστικά με
δημοσιονομικές
περικοπές, αλλά ούτε και
η διατήρηση των
υφιστάμενων παροχών
μπορεί να θεωρείται
δεδομένη όταν τα
ελλείμματα παραμένουν
υψηλά.
Ενόψει των προεδρικών
εκλογών του 2027, η
επόμενη ηγεσία της
Γαλλίας θα κληθεί να
διαμορφώσει ένα σχέδιο
δημοσιονομικής
προσαρμογής που θα
συνδυάζει τον περιορισμό
των ελλειμμάτων με τη
διατήρηση βασικών
κοινωνικών υπηρεσιών. Οι
επιλογές θα
περιλαμβάνουν δύσκολες
αποφάσεις για τη
φορολογία, τις δημόσιες
δαπάνες, τις
συνταξιοδοτικές
υποχρεώσεις και την
κατανομή των διαθέσιμων
πόρων.
Το κεντρικό αδιέξοδο
είναι ότι η ανάγκη για
περισσότερη κοινωνική
στήριξη εντείνεται
ακριβώς τη στιγμή που η
χρηματοδότησή της
γίνεται δυσκολότερη. Η
πρόκληση για τη Γαλλία
δεν είναι απλώς να
μειώσει το έλλειμμα,
αλλά να αποκαταστήσει τη
δημοσιονομική αξιοπιστία
της χωρίς να επιδεινώσει
περαιτέρω τις κοινωνικές
πιέσεις.








Πηγή: WSJ
|