|
Τα
νούμερα δείχνουν ότι
έχουμε πολύ δρόμο ακόμη.
Μπορεί η φορολογική
μεταρρύθμιση που θα
αρχίσει να φαίνεται από
αυτή την εβδομάδα με την
παρακράτηση φόρου στη
μισθοδοσία του
Ιανουαρίου να είναι
γενναία, με
δημοσιονομικό κόστος της
τάξεως του 1,2 δισ. ευρώ
μόνο για μισθωτούς και
συνταξιούχους, όμως
προκύπτει ότι δεν μπορεί
να ανατρέψει πλήρως την
εικόνα της
υπερφορολόγησης της
εργασίας (με κάποιες
εξαιρέσεις μικρών
κοινωνικών ομάδων, όπως
είναι οι πολύτεκνοι και
οι νέοι κάτω των 25
ετών). Υπάρχουν
συγκεκριμένοι λόγοι για
τους οποίους δεν θα
κλείσει περισσότερο το
κενό:
1. Για
τους εργαζομένους χωρίς
παιδιά, στο επίπεδο του
μέσου εισοδήματος όπως
το υπολογίζει ο ΟΟΣΑ
–περίπου 25.200 ευρώ
μεικτά τον χρόνο– το
φορολογικό όφελος από τη
νέα κλίμακα δεν είναι
και τόσο μεγάλο. Ακόμη
και σε αυτό το επίπεδο
μισθού (υψηλότερο του
μέσου όπως υπολογίζεται
από τα στοιχεία του
ΕΦΚΑ) προκύπτει ένα
όφελος της τάξεως των 50
ευρώ τον μήνα στα
καθαρά. Πρέπει, δε, να
σημειωθεί ότι οι έρευνες
κάνουν τους υπολογισμούς
τους επί του εργοδοτικού
κόστους, οπότε εκεί το
ποσοστιαίο όφελος
γίνεται ακόμη μικρότερο.
2. Η
φορολογική μεταρρύθμιση
που υλοποιήθηκε δεν
προβλέπει «ασπίδα
προστασίας» για τον
πληθωρισμό. Δεδομένου
ότι τα κλιμάκια δεν θα
τιμαριθμοποιούνται ανά
έτος, οι εργαζόμενοι θα
δουν φέτος σημαντική
αύξηση στον καθαρό μισθό
τους, αλλά από την
επόμενη χρονιά ο ρυθμός
αύξησης της παρακράτησης
φόρου θα είναι και πάλι
μεγαλύτερος σε σχέση με
την αύξηση του καθαρού
εισοδήματος. Ή, πιο
απλά, οι εργαζόμενοι θα
βιώνουν και πάλι τον
«φορολογικό πληθωρισμό».
3. Η
μεγάλη διαφορά της
Ελλάδας με τις χώρες του
ΟΟΣΑ συνίσταται στο ότι
οι πολιτικές πολλών
ευρωπαϊκών χωρών
ενσωματώνουν πολύ πιο
γενναιόδωρες
επιδοματικές πολιτικές
για την απόκτηση τέκνων.
Και η Ελλάδα έχει τέτοιο
επίδομα. Ομως, προβλέπει
αυστηρά εισοδηματικά
κριτήρια τα οποία
μάλιστα παραμένουν
«κλειδωμένα» στα ίδια
επίπεδα επί σειρά ετών.
Αυτό αποτυπώνεται ήδη με
συνεχή μείωση του
αριθμού των δικαιούχων
και προφανώς επηρεάζει
και τον δείκτη των
κρατήσεων επί του
εισοδήματος των
οικογενειών με παιδιά
όπως συντάσσεται από τον
ΟΟΣΑ. Στην κατηγορία των
φορολογουμένων με δύο
παιδιά η Ελλάδα ήταν το
2024 στο 37,3% και ο
ΟΟΣΑ στο 25,73%. Οταν θα
γίνουν οι υπολογισμοί
του 2026, το ποσοστό
αναμένεται να
περιοριστεί περίπου στο
35%, άρα η διαφορά θα
μείνει –ανάλογα και με
την πολιτική που θα
ακολουθήσουν οι άλλες
χώρες– περίπου στις 10
ποσοστιαίες μονάδες.
Στο
πακέτο ελαφρύνσεων του
2027 δεν αναμένεται να
υπάρξουν μέτρα
σημαντικής περαιτέρω
βελτίωσης της εικόνας.
Εχει δρομολογηθεί η
μείωση των ασφαλιστικών
εισφορών κατά 0,5%, ώστε
να υπάρξει όφελος και
για εργοδότη και για
εργαζόμενο. Δεν
αναμένεται πολύ
μεγαλύτερη μείωση, καθώς
υπάρχει απροθυμία να
επηρεαστούν οι
συντελεστές των
κρατήσεων που αφορούν
παροχές υγείας ή τη
σύνταξη. Από την άλλη,
δεν αναμένεται να μπει
στο καλάθι των
προτεινόμενων μέτρων
περαιτέρω παρέμβαση στην
κλίμακα φορολόγησης των
μισθωτών. Αυτό που είναι
ανοιχτό ως ενδεχόμενο
είναι να επανεξεταστούν
οι όροι χορήγησης του
επιδόματος τέκνων, κάτι
που θα αποφασιστεί αφού
ολοκληρωθεί το «Μητρώο
Επιδομάτων».
|