|
Το
μήνυμα των αγορών
ομολόγων
Χαρακτηριστικό
παράδειγμα αποτέλεσε η
Ιαπωνία, όπου οι
αποδόσεις των
μακροπρόθεσμων κρατικών
τίτλων κατέγραψαν
ιστορικά υψηλά την
προηγούμενη εβδομάδα. Η
αντίδραση ήρθε μετά την
παρουσίαση σχεδίου
αυξημένων δαπανών και
φορολογικών ελαφρύνσεων
από την πρωθυπουργό
Sanae Takaichi, ενόψει
πρόωρων εκλογών. Το κύμα
πωλήσεων δεν άργησε να
διαχυθεί διεθνώς,
επηρεάζοντας και την
αμερικανική αγορά
ομολόγων.
«Πρόκειται για ένα σαφές
καμπανάκι κινδύνου»,
επισημαίνει ο Neil
Shearing, επικεφαλής
οικονομολόγος της
Capital Economics,
μιλώντας στη Wall Street
Journal. Όπως εξηγεί,
κάτω από την επιφάνεια
των ανεπτυγμένων
οικονομιών συσσωρεύονται
αδυναμίες, όπως η
υποτονική ιδιωτική
ζήτηση και η χαμηλή
αύξηση της
παραγωγικότητας.
Ευρώπη:
ανάπτυξη με κρατική
υποστήριξη
Η
ευρωπαϊκή οικονομία
εμφανίζεται ιδιαίτερα
εκτεθειμένη, καθώς
βρίσκεται αντιμέτωπη με
τον κίνδυνο κλιμάκωσης
των εμπορικών εντάσεων
με τις Ηνωμένες
Πολιτείες και διαθέτει
περιορισμένους
αυτόνομους μοχλούς
ανάπτυξης πέραν της
δημοσιονομικής στήριξης.
Σύμφωνα
με τον Torsten Slok,
επικεφαλής οικονομολόγο
της Apollo Global
Management, τόσο στις
ΗΠΑ όσο και στη Γερμανία
η κρατική πολιτική
αναμένεται να προσθέσει
περίπου μία ποσοστιαία
μονάδα στον ρυθμό
ανάπτυξης μέσα στο έτος.
Στην Ιαπωνία, η
αντίστοιχη επίδραση
εκτιμάται γύρω στο μισό
της μονάδας.
Η Κίνα,
από την πλευρά της,
κινείται με ακόμη πιο
επιθετική δημοσιονομική
στρατηγική, με το
συνολικό έλλειμμα να
πλησιάζει το 9% του ΑΕΠ
για δεύτερη συνεχόμενη
χρονιά – επίπεδο σχεδόν
διπλάσιο από τον
αναμενόμενο ρυθμό
μεγέθυνσης της
οικονομίας της.
Γιατί οι
κυβερνήσεις ξοδεύουν
περισσότερο
Τα κράτη
αυξάνουν τις δαπάνες
τους για να
αντιμετωπίσουν ένα
ολοένα πιο σύνθετο
περιβάλλον: επιχειρήσεις
που πιέζονται από την
τεχνητή νοημοσύνη,
εμπορικούς φραγμούς που
επιβάλλει η πολιτική
Trump και τον
ανταγωνισμό από τις
επιδοτούμενες κινεζικές
εξαγωγές. Παράλληλα,
απαιτούνται τεράστιοι
πόροι για την ενεργειακή
μετάβαση, την άμυνα και
τη στήριξη γηράσκοντων
πληθυσμών.
Σε
αντίθεση με το παρελθόν,
όμως, οι κυβερνήσεις
αποφεύγουν να
μετακυλήσουν το κόστος
στους πολίτες μέσω
αυξήσεων φόρων. Το
αποτέλεσμα είναι η
εκτίναξη των
ελλειμμάτων: πέρυσι
έφτασαν το 4,6% του ΑΕΠ
στις ανεπτυγμένες
οικονομίες και το 6,3%
στις αναδυόμενες, από
2,6% και 4% αντίστοιχα
πριν από δέκα χρόνια.
Στις
ΗΠΑ, το έλλειμμα
αναμένεται να
διαμορφωθεί φέτος στο 6%
του ΑΕΠ, ενώ η Goldman
Sachs εκτιμά ότι η
οικονομική ανάπτυξη θα
επιταχυνθεί στο 2,5%,
καθώς οι φορολογικές
μειώσεις υπερκαλύπτουν
τις αρνητικές επιπτώσεις
των δασμών.
Στη
Γερμανία, το πακέτο
ύψους 1 τρισ. ευρώ για
άμυνα και υποδομές
λειτουργεί ως βασικός
μοχλός στήριξης, σε μια
χώρα όπου τα φορολογικά
βάρη είναι ήδη από τα
υψηλότερα διεθνώς,
περιορίζοντας τα
περιθώρια νέων αυξήσεων.
Το βάρος
του χρέους επιστρέφει
Παρά το
γεγονός ότι η Γερμανία
αποτελεί εξαίρεση λόγω
του σχετικά χαμηλού
χρέους της, η παγκόσμια
εικόνα είναι
ανησυχητική. Το ΔΝΤ έχει
προειδοποιήσει ότι το
δημόσιο χρέος διεθνώς
αναμένεται να ξεπεράσει
το 100% του ΑΕΠ έως το
2029, φτάνοντας σε
επίπεδα που δεν έχουν
παρατηρηθεί από το τέλος
του Β΄ Παγκοσμίου
Πολέμου.
Προς το
παρόν, οι αγορές δεν
αντιδρούν με μαζική φυγή
από τα κρατικά ομόλογα,
όπως συνέβη στην
ευρωπαϊκή κρίση χρέους.
Αυτή τη φορά, η
δημοσιονομική χαλάρωση
αποτελεί συνειδητή
πολιτική επιλογή, καθώς
η λιτότητα έχει συνδεθεί
με κοινωνική
δυσαρέσκεια, ανεπαρκείς
αμυντικές δυνατότητες
και γηρασμένες υποδομές.
Η
εισβολή της Ρωσίας στην
Ουκρανία έχει ενισχύσει
περαιτέρω την ανάγκη
αύξησης των αμυντικών
δαπανών, όχι μόνο στην
Ευρώπη αλλά παγκοσμίως.
Ωστόσο,
το κόστος είναι ήδη
ορατό: στη Γερμανία και
την Ιαπωνία οι δαπάνες
για τόκους έχουν σχεδόν
διπλασιαστεί μέσα σε
τέσσερα χρόνια, ενώ στις
ΗΠΑ έχουν
υπερδιπλασιαστεί.
Αν η
εμπιστοσύνη των
επενδυτών κλονιστεί,
αρκετές κυβερνήσεις θα
βρεθούν αντιμέτωπες με
δύσκολες αποφάσεις, είτε
μέσω φορολογικών
αυξήσεων είτε μέσω
περικοπών δαπανών.
«Η
ανησυχία μου είναι
έντονη», δηλώνει ο
Ricardo Reis, καθηγητής
στο London School of
Economics. Όπως
σημειώνει, το βάρος των
τόκων έχει φτάσει σε
επίπεδα που ξεπερνούν
σχεδόν κάθε ιστορικό
προηγούμενο.
|