|
Οι
βασικές τομές του νέου
πλαισίου
Σύμφωνα
με το Γραφείο
Προϋπολογισμού, το νέο
καθεστώς στηρίζεται σε
τρεις θεμελιώδεις
αλλαγές:
Πρώτον,
το επίκεντρο
μετατοπίζεται σε έναν
βασικό δείκτη: τις
καθαρές πρωτογενείς
δαπάνες που
χρηματοδοτούνται από
εθνικούς πόρους. Τα όρια
του Μάαστριχτ για
έλλειμμα (3% του ΑΕΠ)
και χρέος (60% του ΑΕΠ)
εξακολουθούν να ισχύουν,
ωστόσο πλαισιώνονται
πλέον από νέες δικλείδες
ασφαλείας που αποσκοπούν
στη σταθερή αποκλιμάκωση
του χρέους και στη
δημιουργία αποθεμάτων
ασφαλείας έναντι
μελλοντικών ελλειμμάτων.
Ειδικότερα, για χώρες με
χρέος άνω του 90% του
ΑΕΠ, προβλέπεται
ελάχιστη μέση ετήσια
μείωση κατά 1 ποσοστιαία
μονάδα. Παράλληλα, το
διαρθρωτικό ισοζύγιο
πρέπει να διατηρείται
τουλάχιστον 1,5
ποσοστιαία μονάδα
καλύτερο από το ανώτατο
όριο του ελλείμματος,
ενώ απαιτείται σταδιακή
βελτίωση του
διαρθρωτικού πρωτογενούς
ισοζυγίου σε ετήσια
βάση.
Δεύτερον,
κάθε κράτος-μέλος
καταρτίζει ένα
μεσοπρόθεσμο
δημοσιονομικό και
διαρθρωτικό σχέδιο
διάρκειας τεσσάρων ετών,
με δυνατότητα επέκτασης
στα επτά. Το σχέδιο αυτό
καθορίζει την
επιτρεπόμενη πορεία των
καθαρών πρωτογενών
δαπανών και περιγράφει
πώς το δημόσιο χρέος θα
κινηθεί σε καθοδική ή
ασφαλή τροχιά.
Παράλληλα, ενσωματώνει
δεσμεύσεις για
επενδύσεις και
μεταρρυθμίσεις σε
κρίσιμους τομείς, όπως
το ασφαλιστικό, η αγορά
εργασίας και η δημόσια
διοίκηση.
Τρίτον,
η Ευρωπαϊκή Επιτροπή
αξιολογεί αν το σχέδιο
διασφαλίζει τη
βιωσιμότητα του χρέους
και τον έλεγχο των
ελλειμμάτων, το
διαπραγματεύεται με το
κράτος-μέλος και, μετά
την έγκρισή του, η
συμφωνημένη πορεία
καθίσταται δεσμευτική.
Τι είναι
οι «καθαρές πρωτογενείς
δαπάνες»
Κεντρικός όρος του νέου
πλαισίου είναι οι
καθαρές πρωτογενείς
δαπάνες, οι οποίες
περιλαμβάνουν το
μεγαλύτερο μέρος των
κρατικών δαπανών, όπως
μισθούς, κοινωνικές
παροχές, επενδύσεις και
δαπάνες για αγαθά και
υπηρεσίες. Από τον
υπολογισμό τους
εξαιρούνται οι πληρωμές
τόκων, οι δαπάνες που
χρηματοδοτούνται
αποκλειστικά ή
συγχρηματοδοτούνται από
ευρωπαϊκούς πόρους,
καθώς και έκτακτα ή
προσωρινά μέτρα.
Σημαντικό στοιχείο είναι
ότι οι καθαρές δαπάνες
προσαρμόζονται με βάση
τις φορολογικές
παρεμβάσεις: μειώσεις
φόρων λογίζονται ως
αύξηση δαπανών, ενώ
αυξήσεις φόρων ως
δημοσιονομικό ισοδύναμο
εξοικονόμησης.
Ο ρόλος
του «Λογαριασμού
Ελέγχου»
Για την
παρακολούθηση της
συμμόρφωσης, θεσπίζεται
ο λεγόμενος «Λογαριασμός
Ελέγχου», ο οποίος
συγκρίνει κάθε χρόνο τις
πραγματικές καθαρές
δαπάνες με τη
συμφωνημένη πορεία. Αν
οι αποκλίσεις υπερβούν
συγκεκριμένα όρια και
δεν οφείλονται σε
έκτακτες συνθήκες, η
Ευρωπαϊκή Επιτροπή
μπορεί να ενεργοποιήσει
διορθωτικούς
μηχανισμούς.
Γιατί τα
υψηλότερα πλεονάσματα
δεν σημαίνουν
περισσότερες παροχές
Σε
αντίθεση με το παρελθόν,
η υπέρβαση των στόχων
για τα πρωτογενή
πλεονάσματα δεν μπορεί
να αξιοποιηθεί για νέες
μόνιμες παροχές ή
φοροελαφρύνσεις, καθώς
κάτι τέτοιο θα παραβίαζε
τη συμφωνημένη πορεία
δαπανών. Η υπεραπόδοση
μπορεί να χρησιμοποιηθεί
αποκλειστικά για τη
μείωση του χρέους ή τη
δημιουργία
δημοσιονομικών
αποθεμάτων.
Αντίθετα, πρόσθετος
μόνιμος δημοσιονομικός
χώρος μπορεί να προκύψει
μόνο από διαρθρωτικά
μέτρα στο σκέλος των
εσόδων, όπως η διεύρυνση
της φορολογικής βάσης ή
αλλαγές στους
συντελεστές, που
αυξάνουν τα έσοδα σε
μόνιμη βάση.
Το
παράδειγμα της Ελλάδας
και οι φοροελαφρύνσεις
της ΔΕΘ
Το
Γραφείο Προϋπολογισμού
φέρνει ως χαρακτηριστικό
παράδειγμα την Ελλάδα. Η
αύξηση των μόνιμων
φορολογικών εσόδων τα
προηγούμενα έτη επέτρεψε
την αναθεώρηση της
πορείας των καθαρών
δαπανών και άνοιξε τον
δρόμο για τις μόνιμες
φοροελαφρύνσεις που
ανακοινώθηκαν στη ΔΕΘ.
Ειδικότερα, οι καθαρές
δαπάνες μειώθηκαν κατά
0,2% το 2024, ενώ
προβλέπεται αύξηση 4,4%
το 2025 και 5,7% το
2026. Σε σωρευτική βάση,
η εξέλιξη αυτή
ευθυγραμμίζεται με τη
σύσταση του Συμβουλίου
για αύξηση 9,9% την
τριετία 2024-2026. Παρά
την υπέρβαση της ετήσιας
οροφής το 2025, το
συνολικό αποτέλεσμα
παραμένει εντός των
επιτρεπόμενων ορίων,
όπως αποτυπώνεται και
στον Λογαριασμό Ελέγχου.
Όπως
καταλήγει το σημείωμα,
σημαντικό μέρος των
μόνιμων φορολογικών
ελαφρύνσεων
χρηματοδοτήθηκε από
ενεργητικά μέτρα
πολιτικής στα έσοδα και
από την αρχική
συγκράτηση των δαπανών,
διασφαλίζοντας τη
συμμόρφωση με τους νέους
κανόνες και τη
βιωσιμότητα του δημόσιου
χρέους.
|