|
Η
αμερικανική τράπεζα
εντοπίζει τέσσερις
βασικούς παράγοντες που
αναμένεται να καθορίσουν
τη βραχυπρόθεσμη και
μακροπρόθεσμη συμβολή
της Τεχνητής Νοημοσύνης
στην ευρωπαϊκή
οικονομία.
Πρώτον,
στο επίκεντρο της
παγκόσμιας αύξησης της
υπολογιστικής ισχύος που
σχετίζεται με την
Τεχνητή Νοημοσύνη
βρίσκεται η εκρηκτική
ζήτηση για ημιαγωγούς.
Τα πλέον προηγμένα τσιπ
που χρησιμοποιούνται στα
data
centers
προέρχονται κυρίως από
την Ασία, γεγονός που
σημαίνει ότι μια αύξηση
των επενδύσεων σε
εξοπλισμό ΤΠΕ είναι
πιθανό να αντισταθμιστεί
στους εθνικούς
λογαριασμούς από την
άνοδο των εισαγωγών.
Παρότι η Ευρώπη –και
ειδικά η Ολλανδία–
συμμετέχει στην αλυσίδα
αξίας μέσω της παραγωγής
εξοπλισμού, όπως τα
μηχανήματα λιθογραφίας,
οι συνολικές
μακροοικονομικές
επιπτώσεις εκτιμάται ότι
θα παραμείνουν
περιορισμένες.
Δεύτερον, η
Goldman
αξιολογεί τον ρόλο της
Ευρώπης στη ραγδαία
επέκταση της παγκόσμιας
χωρητικότητας των
κέντρων δεδομένων, η
οποία έχει σχεδόν
τριπλασιαστεί από το
2019 και πλέον
προσεγγίζει τα 120
GW.
Η Ευρωπαϊκή Ένωση
φιλοξενεί περίπου το 10%
της παγκόσμιας
χωρητικότητας, ποσοστό
χαμηλότερο από το
μερίδιό της στο
παγκόσμιο ΑΕΠ, με τις
επενδύσεις να αναμένεται
να αυξήσουν τη
χωρητικότητα κατά
περίπου 50% έως το 2030.
Ωστόσο, ο ρυθμός
ανάπτυξης θα παραμείνει
σαφώς χαμηλότερος σε
σχέση με τις ΗΠΑ, λόγω
του υψηλότερου κόστους
ηλεκτρικής ενέργειας,
των καθυστερήσεων στη
σύνδεση με το δίκτυο και
του γεγονότος ότι η
Ευρώπη θα φιλοξενεί
κυρίως κέντρα δεδομένων
inference
και όχι εκπαίδευσης
μοντέλων. Οι σχετικές
επενδύσεις σε
data
centers
και ενεργειακά δίκτυα
εκτιμάται ότι θα
μπορούσαν να προσθέσουν
περίπου 0,1 ποσοστιαία
μονάδα στην ετήσια
ευρωπαϊκή ανάπτυξη τα
επόμενα χρόνια.
Τρίτον,
η ευρωπαϊκή παρουσία
στην ανάπτυξη και
εκπαίδευση μοντέλων
Τεχνητής Νοημοσύνης
παραμένει περιορισμένη.
Το μερίδιο της Ευρώπης
στις παγκόσμιες πατέντες
AI
δεν ξεπερνά το 5%, ενώ
μέχρι σήμερα έχουν
αναπτυχθεί μόλις τρία
διεθνώς σημαντικά
μοντέλα – κυρίως χάρη
στη γαλλική
Mistral
– έναντι περίπου 40 στις
ΗΠΑ. Παρότι οι
επενδύσεις σε λογισμικό
αναμένεται να αυξηθούν
καθώς οι επιχειρήσεις
υιοθετούν εμπορικές
εφαρμογές Τεχνητής
Νοημοσύνης, αυτές οι
δαπάνες πιθανότατα θα
κατευθυνθούν σε
αμερικανικούς παρόχους,
περιορίζοντας τη θετική
συνεισφορά στο ΑΕΠ λόγω
αύξησης των εισαγωγών
υπηρεσιών.
Τέταρτον, η
Goldman
εξετάζει τα πρώτα
στοιχεία σχετικά με τον
βαθμό υιοθέτησης της
Τεχνητής Νοημοσύνης και
τις επιπτώσεις της στην
παραγωγικότητα. Παρότι
τα περιθώρια κέρδους από
τη χρήση
AI
στις ευρωπαϊκές
επιχειρήσεις φαίνεται να
συμβαδίζουν με εκείνα
άλλων ανεπτυγμένων
οικονομιών, η εφαρμογή
της τεχνολογίας
βρίσκεται ακόμη σε
πειραματικό στάδιο. Οι
ευρωπαϊκές επιχειρήσεις
αξιοποιούν τα εργαλεία
Τεχνητής Νοημοσύνης
λιγότερο εντατικά σε
σχέση με τις
αμερικανικές, με
μεγαλύτερη διάδοση να
παρατηρείται στις
βόρειες χώρες, όπως η
Δανία, η Φινλανδία, η
Σουηδία, η Ολλανδία και
η Γερμανία, σε αντίθεση
με τις νότιες
οικονομίες.
Η πιο
αργή υιοθέτηση
αποδίδεται, μεταξύ
άλλων, στο μικρότερο
μέσο μέγεθος των
ευρωπαϊκών επιχειρήσεων,
στην έλλειψη
εξειδικευμένου
ανθρώπινου δυναμικού και
στη νομική αβεβαιότητα.
Η
Goldman
Sachs
εκτιμά ότι αυτό
επιβεβαιώνει την υπόθεσή
της πως η Ευρώπη θα
ακολουθήσει με χρονική
υστέρηση τις ΗΠΑ στην
ενσωμάτωση της Τεχνητής
Νοημοσύνης, με τα κέρδη
παραγωγικότητας να
εμφανίζονται πιο
σταδιακά. Έτσι,
προβλέπει μέση ενίσχυση
του ΑΕΠ κατά περίπου
0,05 ποσοστιαίες μονάδες
την περίοδο 2026–2030, η
οποία θα αυξηθεί σε
περίπου 0,2 ποσοστιαίες
μονάδες ετησίως στις
αρχές της δεκαετίας του
2030.



|