|
Παρά τη
σαφή βελτίωση στην αγορά
εργασίας — με την
ανεργία να υποχωρεί στο
8,6%, χαμηλό 17ετίας — η
HSBC καταγράφει
υποχώρηση της
καταναλωτικής
εμπιστοσύνης τον
Νοέμβριο. Το φαινόμενο
αποδίδεται κυρίως στον
επίμονο πληθωρισμό των
υπηρεσιών (2,9%), ο
οποίος συνεχίζει να
πιέζει τα πραγματικά
εισοδήματα, παρά τη
θετική εικόνα στην
απασχόληση.
Τουρισμός με βάθος και
ενίσχυση της παραγωγικής
βάσης
Ο
τουρισμός εξακολουθεί να
αποτελεί βασικό πυλώνα
της οικονομίας, με τις
αφίξεις ξένων επισκεπτών
αυξημένες κατά 4% και τα
έσοδα κατά 8,3% έως τον
Σεπτέμβριο σε ετήσια
βάση. Ωστόσο, η HSBC
δίνει ιδιαίτερη βαρύτητα
στη σταδιακή ενίσχυση
της μεταποίησης. Όπως
σημειώνει, ο αριθμός των
μεταποιητικών
επιχειρήσεων αυξήθηκε
κατά 10% την περίοδο
2019–2024, η απασχόληση
στον κλάδο κατά 18%, ενώ
η μεταποίηση
αντιπροσωπεύει πλέον
σχεδόν το 14% του ΑΕΠ.
Κομβικό
ρόλο στην αναπτυξιακή
στρατηγική αποδίδεται
στο Ταμείο Ανάκαμψης.
Μέχρι σήμερα, η Ελλάδα
έχει εισπράξει 23,4 δισ.
ευρώ, δηλαδή περίπου το
65% της συνολικής
κατανομής των 36 δισ.
ευρώ. Ωστόσο, η HSBC
επισημαίνει ότι τα ποσά
που έχουν φτάσει στην
πραγματική οικονομία
είναι σαφώς μικρότερα,
καθώς μόλις 5,1 δισ.
ευρώ σε επιχορηγήσεις
και 4,7 δισ. ευρώ σε
δάνεια έχουν διοχετευθεί
σε τελικούς δικαιούχους.
Η επιτάχυνση της
υλοποίησης, ακόμη και
πέραν του 2026,
εκτιμάται ότι θα
στηρίξει την ανάπτυξη τα
επόμενα χρόνια.
Σε
μακροοικονομικό επίπεδο,
η HSBC προβλέπει ρυθμούς
ανάπτυξης 2,0% για το
2025, 2,1% για το 2026
και 2,0% για το 2027,
εκτιμώντας ότι η χώρα θα
συνεχίσει τη διαδικασία
σύγκλισης που ξεκίνησε
το 2018, με το
πραγματικό ΑΕΠ να
πλησιάζει το 2027 τα
επίπεδα του 2010.
Δημοσιονομική
σταθερότητα και
εξωτερικές προκλήσεις
Παρά τα
επεκτατικά μέτρα ύψους
1,1 δισ. ευρώ που έχουν
προγραμματιστεί για το
2025, η HSBC τονίζει ότι
τα δημόσια οικονομικά
παραμένουν ισχυρά. Το
ταμειακό πρωτογενές
πλεόνασμα ανήλθε στα
12,4 δισ. ευρώ τον
Οκτώβριο, ενώ η
Ευρωπαϊκή Επιτροπή
εκτιμά ότι το πρωτογενές
πλεόνασμα θα φτάσει το
4,4% του ΑΕΠ το 2025.
Αντίβαρο
στην αναπτυξιακή
δυναμική αποτελεί,
σύμφωνα με τον οίκο, το
έλλειμμα τρεχουσών
συναλλαγών, το οποίο
λειτουργεί ως
περιοριστικός παράγοντας
λόγω της ενεργειακής
εξάρτησης και του
επενδυτικού κενού. Σε
αυτό το πλαίσιο, η HSBC
αναδεικνύει τη σημασία
των ενεργειακών
επενδύσεων και του ρόλου
της Ελλάδας ως
ενεργειακού κόμβου για
τη Νοτιοανατολική
Ευρώπη, με αναφορές στο
LNG της Αλεξανδρούπολης
και στις νέες υπεράκτιες
έρευνες κοντά στην
Κέρκυρα.
Μετοχές:
από την υπεραπόδοση στη
σύνεση
Στις
αγορές, η HSBC
επισημαίνει ότι οι
ελληνικές μετοχές
κατέγραψαν άνοδο 75% το
2025, από τις υψηλότερες
παγκοσμίως. Ωστόσο,
πλέον υιοθετεί πιο
επιφυλακτική στάση,
υποβαθμίζοντας τη
σύσταση σε underweight.
Όπως εξηγεί, μεγάλο
μέρος των θετικών
εξελίξεων —
μεταρρυθμίσεις,
δημοσιονομική εξυγίανση
και βελτίωση των
μερισματικών αποδόσεων —
έχει ήδη ενσωματωθεί
στις αποτιμήσεις.
Επιπλέον, μια πιθανή
αναβάθμιση από τον MSCI
θα μπορούσε, σύμφωνα με
την HSBC, να
λειτουργήσει ακόμη και
αρνητικά βραχυπρόθεσμα.
Συνολικά, η έκθεση
εντάσσει την Ελλάδα στον
πιο «πειθαρχημένο»
πυρήνα των αναδυόμενων
αγορών, όπου η
δημοσιονομική
αξιοπιστία, η ήπια
νομισματική πολιτική και
η σταθερή ανάπτυξη
συνθέτουν ένα περιβάλλον
τύπου «goldilocks».
Ταυτόχρονα, όμως,
επισημαίνεται ότι οι
προσδοκίες είναι πλέον
υψηλές και τα περιθώρια
για απογοητεύσεις
περιορισμένα.
Για την
HSBC, η Ελλάδα παραμένει
ένα αξιόπιστο και
συνεκτικό
μακροοικονομικό αφήγημα
εντός των αναδυόμενων
αγορών. Ωστόσο, μετά το
ράλι του 2025, το βάρος
μετατοπίζεται από τον
ενθουσιασμό στη
διαχείριση των
προσδοκιών, με την
πρόοδο των επενδύσεων
και τις εξελίξεις στον
εξωτερικό τομέα να
αποτελούν τα βασικά
κριτήρια της επόμενης
φάσης.

|