|
Κερδοφορία σε υψηλά
επίπεδα, παρά τη μείωση
των επιτοκίων
Τα
οικονομικά αποτελέσματα
των πρώτων εννέα μηνών
του 2025 επιβεβαιώνουν
τη θετική εικόνα. Οι
τέσσερις συστημικές
τράπεζες – Εθνική
Τράπεζα, Alpha Bank,
Eurobank και Τράπεζα
Πειραιώς – κατέγραψαν
συνολικά καθαρά κέρδη
3,53 δισ. ευρώ, ελαφρώς
υψηλότερα από τα 3,51
δισ. ευρώ της
αντίστοιχης περσινής
περιόδου.
Η
επίδοση αυτή αποκτά
ιδιαίτερη σημασία αν
ληφθεί υπόψη ότι τα
επιτοκιακά έσοδα
δέχθηκαν πιέσεις λόγω
της αποκλιμάκωσης των
βασικών επιτοκίων. Για
το σύνολο του 2025, οι
αναλυτές εκτιμούν ότι τα
κέρδη του κλάδου θα
προσεγγίσουν τα 4,7 δισ.
ευρώ, έναντι περίπου 4,3
δισ. ευρώ το 2024.
Βασικοί
μοχλοί της κερδοφορίας
παραμένουν η σημαντική
άνοδος των εσόδων από
προμήθειες, καθώς και η
πιστωτική επέκταση, η
οποία κινείται με ρυθμό
περίπου 11%.
Ιστορική
βελτίωση στην ποιότητα
των δανειακών
χαρτοφυλακίων
Ιδιαίτερα εντυπωσιακή
είναι η πρόοδος στη
μείωση των μη
εξυπηρετούμενων δανείων.
Το 2016, περισσότερα από
τα μισά δάνεια του
τραπεζικού συστήματος
θεωρούνταν προβληματικά
ή σε άμεσο κίνδυνο
αθέτησης. Μέσα από
διαγραφές,
αναδιαρθρώσεις και
τιτλοποιήσεις, οι
τράπεζες κατάφεραν να
περιορίσουν δραστικά
αυτό το βάρος.
Τον
Σεπτέμβριο του 2025, ο
δείκτης μη
εξυπηρετούμενων
ανοιγμάτων είχε
υποχωρήσει στο 3,6%, το
χαμηλότερο επίπεδο από
την ένταξη της Ελλάδας
στη ζώνη του ευρώ.
Κεφαλαιακή επάρκεια με
«αγκάθι» τις
αναβαλλόμενες
φορολογικές απαιτήσεις
Η
κεφαλαιακή βάση του
κλάδου παραμένει ισχυρή.
Ο δείκτης βασικών ιδίων
κεφαλαίων (CET1)
διαμορφώθηκε στο 15,9%
τον Σεπτέμβριο του 2025,
ελαφρώς χαμηλότερα από
τον μέσο όρο της
ευρωζώνης, αλλά
σημαντικά πάνω από το
ελάχιστο κανονιστικό
όριο.
Ωστόσο,
ένα διαρθρωτικό ζήτημα
εξακολουθεί να απασχολεί
τις εποπτικές αρχές και
τις αγορές: το υψηλό
ποσοστό αναβαλλόμενων
φορολογικών απαιτήσεων
(DTC) στα ίδια κεφάλαια.
Οι απαιτήσεις αυτές
θεσπίστηκαν μετά το
«κούρεμα» των ελληνικών
ομολόγων το 2012, που
είχε εξανεμίσει σχεδόν
πλήρως τα κεφάλαια των
τραπεζών.
Στο
τέλος του τρίτου
τριμήνου του 2025, οι
DTC εξακολουθούσαν να
αντιστοιχούν στο 43,5%
του CET1, αν και το
ποσοστό αυτό έχει
μειωθεί αισθητα σε σχέση
με το 2024. Με την
ενίσχυση της
κερδοφορίας, οι τράπεζες
έχουν επιταχύνει τη
διαδικασία απομείωσης,
με στόχο την πλήρη
εξάλειψη των DTC από
τους δείκτες κεφαλαιακής
επάρκειας έως το 2034.
Τραπεζικές μετοχές: από
ζημιογόνες σε
πρωταγωνιστές
Κατά τη
διάρκεια της κρίσης
χρέους, οι
επαναλαμβανόμενες
ανακεφαλαιοποιήσεις
οδήγησαν τους παλαιούς
μετόχους σε σχεδόν
ολοκληρωτική απώλεια των
επενδύσεών τους. Σήμερα,
το σκηνικό είναι εντελώς
διαφορετικό.
Οι
τραπεζικές μετοχές
συγκαταλέγονται πλέον
στα ισχυρότερα χαρτιά
του Χρηματιστηρίου
Αθηνών. Από το 2024, οι
τράπεζες επανήλθαν στη
διανομή μερισμάτων, με
τους δείκτες διανομής
για το 2025 να εκτιμάται
ότι θα κινηθούν μεταξύ
50% και 60% των κερδών.
Σε συνδυασμό με τα
προγράμματα επαναγοράς
μετοχών, ο τραπεζικός
δείκτης έχει ενισχυθεί
κατά περίπου 81% σε
ετήσια βάση.
Παρά το
ισχυρό ράλι, διεθνείς
επενδυτικοί οίκοι
θεωρούν ότι παραμένουν
περιθώρια ανόδου. Η JP
Morgan επισημαίνει ότι
οι αποτιμήσεις των
ελληνικών τραπεζών
εξακολουθούν να
υπολείπονται του
ευρωπαϊκού μέσου όρου,
ενώ η Goldman Sachs τις
κατατάσσει στις πιο
ελκυστικές επιλογές στον
ευρωπαϊκό τραπεζικό
κλάδο. Αντίστοιχα, η
Bank of America κάνει
λόγο για μια νέα φάση
βιώσιμης οργανικής
ανάπτυξης που δεν έχει
ακόμη αποτυπωθεί πλήρως
στις τιμές των μετοχών.
Στουρνάρας: θετικές
προοπτικές, αλλά χωρίς
εφησυχασμό
Ο
διοικητής της Τράπεζας
της Ελλάδος εμφανίζεται
συγκρατημένα αισιόδοξος
για το 2026, εκτιμώντας
ότι η κερδοφορία θα
παραμείνει σε
ικανοποιητικά επίπεδα,
παρά τη χαλάρωση της
νομισματικής πολιτικής.
Ταυτόχρονα, προειδοποιεί
ότι οι τράπεζες πρέπει
να διατηρήσουν αυστηρά
πιστωτικά κριτήρια και
να συνεχίσουν τις
επενδύσεις στην
τεχνολογία, τόσο για την
αντιμετώπιση των
κυβερνοκινδύνων όσο και
για τη βελτίωση της
λειτουργικής τους
αποδοτικότητας.
Ως
σημαντικότερο κίνδυνο, ο
κ. Στουρνάρας
αναδεικνύει τις
απρόβλεπτες γεωπολιτικές
εξελίξεις, τονίζοντας
ότι η ανθεκτικότητα που
έχει επιτευχθεί δεν
πρέπει να οδηγήσει σε
χαλάρωση της πειθαρχίας
ή σε βραχυπρόθεσμες
αποφάσεις που θα
υπονομεύσουν τη
μακροπρόθεσμη
σταθερότητα του
συστήματος.
|