|
Η
ιδιωτική κατανάλωση και
οι επενδύσεις αποτέλεσαν
τους βασικούς μοχλούς
στήριξης του ΑΕΠ, ενώ
θετική ήταν και η
συμβολή των καθαρών
εξαγωγών. Η άνοδος της
κατανάλωσης συνδέεται με
τη συνεχιζόμενη βελτίωση
της αγοράς εργασίας, που
ενίσχυσε τα εισοδήματα
των νοικοκυριών, αλλά
και με τη σταδιακή
αποκλιμάκωση του
πληθωρισμού.
Η αύξηση
των επενδύσεων
αποδίδεται κυρίως στην
επιτάχυνση της
τραπεζικής
χρηματοδότησης προς τις
επιχειρήσεις, καθώς και
στη σημαντική εισροή
κοινοτικών πόρων από το
Ταμείο Ανάκαμψης. Εφόσον
και το τέταρτο τρίμηνο
του έτους κινηθεί σε
αντίστοιχα επίπεδα με το
τρίτο, όπως αναμένει ο
οίκος, η ING εκτιμά ότι
το 2025 θα κλείσει με
ρυθμό ανάπτυξης κοντά
στο 2%.
Οι
εκτιμήσεις για το 2026
Για το
2026, η ING προβλέπει
μια παρόμοια εικόνα, με
την ελληνική οικονομία
να συνεχίζει να
υπεραποδίδει, κυρίως
χάρη στην ενίσχυση της
εγχώριας ζήτησης.
Στον
τομέα των επενδύσεων
αναμένεται πρόσθετη
ώθηση, καθώς η
ολοκλήρωση του Ταμείου
Ανάκαμψης τον Αύγουστο
του 2026 εκτιμάται ότι
θα οδηγήσει σε
επιτάχυνση έργων,
ιδιαίτερα σε υποδομές
και ενέργεια, όπου μέχρι
σήμερα έχουν καταγραφεί
καθυστερήσεις στην
υλοποίηση.
Παράλληλα, η ING θεωρεί
πιθανή μια ήπια
επιβράδυνση του
πιστωτικού κύκλου σε
σχέση με τα ιδιαίτερα
υψηλά επίπεδα του 2025,
χωρίς ωστόσο αυτό να
επηρεάσει αρνητικά τη
συνολική αναπτυξιακή
δυναμική.
Δεδομένου ότι οι
επενδύσεις συνοδεύονται
από αυξημένες εισαγωγές,
η επιτάχυνσή τους
ενδέχεται να
λειτουργήσει ως
περιοριστικός παράγοντας
για τη συνεισφορά των
καθαρών εξαγωγών στο
ΑΕΠ. Παρ’ όλα αυτά, η
ιδιωτική κατανάλωση
αναμένεται να παραμείνει
ο βασικός πυλώνας της
ανάπτυξης, καθώς η
περαιτέρω αύξηση της
απασχόλησης και οι
μισθολογικές αυξήσεις
που υπερβαίνουν τον
πληθωρισμό αναμένεται να
στηρίξουν το πραγματικό
διαθέσιμο εισόδημα.
Η
απασχόληση προβλέπεται
να συνεχίσει να
αυξάνεται, έστω και με
πιο συγκρατημένους
ρυθμούς, με την ING να
υπογραμμίζει ωστόσο την
ανάγκη ενίσχυσης της
συμμετοχής στην αγορά
εργασίας, ιδίως των
γυναικών.
Δημοσιονομικός χώρος για
στήριξη
Στο
δημοσιονομικό πεδίο, η
ING εκτιμά ότι οι
ισχυρές επιδόσεις της
ελληνικής οικονομίας
δημιουργούν περιθώρια
για πρόσθετα μέτρα
στήριξης. Με πρωτογενές
πλεόνασμα κοντά στο 3,6%
του ΑΕΠ, σχεδόν
ισοσκελισμένο
προϋπολογισμό και
δημόσιο χρέος σε σταθερά
πτωτική πορεία, γύρω στο
146% του ΑΕΠ, η
κυβέρνηση είχε τη
δυνατότητα να καταρτίσει
έναν επεκτατικό
προϋπολογισμό.
Παράλληλα, εκτιμάται ότι
το δημόσιο χρέος θα
υποχωρήσει κάτω από το
όριο του 140% του ΑΕΠ το
2026, ενισχύοντας
περαιτέρω τη
δημοσιονομική αξιοπιστία
της χώρας.

|