|
Την ίδια
στιγμή, οι ευρωπαϊκές
αγορές αναμένεται να
συνεχίσουν να
επηρεάζονται από
αυξημένες ανησυχίες,
μεταξύ άλλων και λόγω
των δηλώσεων του
Προέδρου των ΗΠΑ,
Ντόναλντ Τραμπ, σχετικά
με το ενδεχόμενο
προσάρτησης της
Γροιλανδίας, που
προσθέτουν γεωπολιτική
αβεβαιότητα.
Η JP
Morgan υπενθυμίζει ότι
πριν από τρεις μήνες
είχε υιοθετήσει bullish
στάση για τις μετοχές
της Ευρωζώνης,
στηριζόμενη στη
συγκέντρωση του δείκτη
SX5E από τον Μάρτιο.
Τότε, ωστόσο, είχε
επισημάνει ότι το ράλι
της Ευρωζώνης έπρεπε να
αντιμετωπιστεί με
προσοχή, καθώς δεν
αναμενόταν ουσιαστική
βελτίωση σε κέρδη και
οικονομική δραστηριότητα
εντός του 2025.
Για το
2026, πάντως, οι
αναλυτές της τράπεζας
προβλέπουν ουσιαστική
μεταστροφή του κλίματος.
Ως βασικούς καταλύτες
αναφέρουν την εντονότερη
επίδραση των γερμανικών
δημοσιονομικών μέτρων
στήριξης, καθώς και τη
βελτίωση του πιστωτικού
παλμού στην Ευρωζώνη.
Όπως σημειώνεται, η
υποχώρηση των εταιρικών
κερδών το 2025
επιβεβαίωσε τις αρχικές
εκτιμήσεις και
λειτούργησε ανασταλτικά
για τη συνέχιση του ράλι
μετά τον Μάρτιο, ωστόσο
για το τρέχον έτος
προβλέπεται επιστροφή σε
τροχιά αύξησης των
κερδών.
Επιπλέον, η JP Morgan
αναμένει αλλαγή στη
σύνθεση των
πρωταγωνιστών των
αγορών, με μετακινήσεις
από προηγούμενους
«νικητές» προς τομείς
και εταιρείες που είχαν
μείνει πίσω, από
εξαγωγικές σε πιο
εγχώρια
προσανατολισμένες
επιχειρήσεις, αλλά και
από την ευρωπαϊκή
περιφέρεια προς τον
πυρήνα της Ευρωζώνης.
Μια τέτοια αναδιάταξη θα
μπορούσε να προσφέρει
νέα ώθηση στις αγορές.
Ο ρόλος
της Γερμανίας
Οι
επενδυτές έχουν ήδη
αναθεωρήσει τις
προσδοκίες τους για τον
αντίκτυπο της αυξημένης
δημοσιονομικής δαπάνης
στη Γερμανία, καθώς οι
αρχικά ιδιαίτερα
αισιόδοξες προβλέψεις
των αρχών του 2025 έχουν
σε μεγάλο βαθμό
μετριαστεί.
Παρά τις
πιθανές καθυστερήσεις, η
JP Morgan εκτιμά ότι οι
αλλαγές στο ευρωπαϊκό
δημοσιονομικό πλαίσιο θα
συνεχίσουν να ενισχύουν
το επενδυτικό αφήγημα
της Ευρωζώνης. Ιδιαίτερη
βαρύτητα αποδίδεται στις
γερμανικές δαπάνες, ενώ
η τράπεζα προβλέπει
υψηλότερο του συνήθους
δημοσιονομικό
πολλαπλασιαστή για την
αύξηση των αμυντικών
δαπανών σε επίπεδο ΕΕ,
καθώς αυξάνεται το
ποσοστό των παραγγελιών
που κατευθύνονται σε
εγχώριους προμηθευτές.

|