|
Το
βασικό ερώτημα που
τίθεται πλέον είναι κατά
πόσο η συνεργασία
ΗΠΑ–Ευρώπης
απομακρύνεται από το
παραδοσιακό μοντέλο
στενής συμμαχίας,
βασισμένης σε
μακροπρόθεσμες
δεσμεύσεις και κοινή
στρατηγική αντίληψη.
Κατά την εκτίμηση του
οίκου, αν αυτή η πιο
πραγματιστική και
όρων-βάσει προσέγγιση
παγιωθεί, τότε η
Ευρωπαϊκή Ένωση θα
βρεθεί αντιμέτωπη με
αυξημένες εσωτερικές
πιέσεις.
Οι
αναλυτές της Morningstar
DBRS εντοπίζουν τρεις
βασικούς λόγους για τους
οποίους η νέα αυτή
πραγματικότητα θα
μπορούσε να δοκιμάσει τη
συνοχή της Ε.Ε. Πρώτον,
τυχόν εξασθένηση της
αποτρεπτικής ισχύος του
ΝΑΤΟ αυξάνει την
ευαλωτότητα των
κρατών-μελών που
βρίσκονται γεωγραφικά
πιο κοντά στη σύγκρουση
στην Ουκρανία,
εκθέτοντάς τα
περισσότερο στη ρωσική
επιθετικότητα. Δεύτερον,
ένα λιγότερο αξιόπιστο
πλαίσιο συλλογικής
ασφάλειας συνεπάγεται
υψηλότερες και πιο
άμεσες αμυντικές δαπάνες
για όλα τα κράτη-μέλη,
ιδίως για εκείνα με
μεγαλύτερο στρατιωτικό
αποτύπωμα. Τρίτον, η
μεταβολή αυτή έρχεται σε
μια χρονική συγκυρία
κατά την οποία η Ε.Ε.
ήδη αντιμετωπίζει
πολιτικές και θεσμικές
πιέσεις, με τα
ευρωσκεπτικιστικά
κόμματα να ενισχύονται
σε αρκετές χώρες.
Υπό αυτό
το πρίσμα, η Morningstar
DBRS προειδοποιεί ότι
ενδεχόμενες συγκρούσεις
μεταξύ των κρατών-μελών
σχετικά με
προτεραιότητες, πόρους
και στρατηγικούς στόχους
θα μπορούσαν να
υπονομεύσουν τη
λειτουργικότητα της
Ένωσης. Μια τέτοια
εξέλιξη, που θα έπληττε
τη συνοχή ή ακόμη και τη
βιωσιμότητα του
ευρωπαϊκού εγχειρήματος,
θα είχε αρνητικές
συνέπειες για τις
πιστοληπτικές
αξιολογήσεις των χωρών.
Παρά τις
επισημάνσεις αυτές, το
βασικό σενάριο του οίκου
δεν περιλαμβάνει μια
πορεία αποσύνθεσης.
Αντιθέτως, η Morningstar
DBRS υπενθυμίζει ότι η
Ευρωπαϊκή Ένωση έχει
επανειλημμένα στο
πρόσφατο παρελθόν
απαντήσει σε κρίσεις με
περισσότερη –και όχι
λιγότερη– ενοποίηση.
Κατά την εκτίμησή της, η
πρόσθετη πίεση που
ασκείται σήμερα είναι
πιθανότερο να
λειτουργήσει ως
καταλύτης για βαθύτερη
συνεργασία και ενίσχυση
της ευρωπαϊκής
ολοκλήρωσης, παρά ως
παράγοντας διάσπασης.
|