|
Με αυτόν
τον τρόπο, το ρωσικό
αέριο που διοχετευόταν
στην Ευρώπη μέσω αγωγών
αντικαταστάθηκε από LNG,
το οποίο σε ολοένα
μεγαλύτερο βαθμό
προέρχεται από τις ΗΠΑ.
Σε μια συγκυρία
αυξημένων γεωοικονομικών
τριβών μεταξύ Ουάσιγκτον
και Βρυξελλών —με
ανοιχτά μέτωπα όπως η
Γροιλανδία, οι εμπορικοί
δασμοί και το ρυθμιστικό
πλαίσιο για τα μέσα
ενημέρωσης— εντείνεται ο
προβληματισμός ότι η
Ευρώπη ενδεχομένως απλώς
αντάλλαξε μια ενεργειακή
εξάρτηση με μια άλλη,
σημειώνει η UniCredit.
Τι
αποτυπώνουν τα δεδομένα
Σήμερα,
περίπου το 40% της
κατανάλωσης φυσικού
αερίου στην Ευρωπαϊκή
Ένωση καλύπτεται μέσω
εισαγωγών LNG, γεγονός
που σημαίνει ότι το
ρωσικό αέριο των αγωγών
έχει ουσιαστικά
εκτοπιστεί. Το 2025, οι
εισαγωγές υγροποιημένου
φυσικού αερίου από τη
Βόρεια Αμερική
αντιστοιχούσαν στο 58%
του συνόλου των
ευρωπαϊκών προμηθειών
LNG.
Η
εξέλιξη αυτή
μεταφράζεται σε
υπερδιπλασιασμό της
συμμετοχής του LNG στο
ενεργειακό μείγμα της
Ευρώπης σε σύγκριση με
την προπολεμική περίοδο.
Παράλληλα, η αυξημένη
βαρύτητα του LNG έχει
ενισχύσει αισθητά και
την αμερικανική επιρροή
στον ευρωπαϊκό
ενεργειακό εφοδιασμό, με
τις ΗΠΑ να καλύπτουν
πλέον περίπου το 25% των
συνολικών εισαγωγών
φυσικού αερίου της ΕΕ.
Πόσο
σοβαρός είναι ο κίνδυνος
Παρότι η
ενίσχυση του μεριδίου
του αμερικανικού LNG
γεννά εύλογες ανησυχίες
—ιδίως υπό το πρίσμα της
αυξημένης τάσης των ΗΠΑ
να αξιοποιούν
γεωοικονομικά εργαλεία
για την προώθηση
στρατηγικών στόχων— η
UniCredit προειδοποιεί
ότι ο συγκεκριμένος
παράγοντας δεν θα πρέπει
να διογκώνεται
υπέρμετρα.
Το
αμερικανικό μερίδιο στις
ευρωπαϊκές εισαγωγές
αερίου, που
διαμορφώνεται στο 25%,
παραμένει σημαντικά
χαμηλότερο από το
αντίστοιχο της Ρωσίας
πριν από τον πόλεμο στην
Ουκρανία, όταν έφθανε το
45%.
Επιπλέον, οι συμφωνίες
προμήθειας LNG μεταξύ
Ευρώπης και ΗΠΑ
συνάπτονται κυρίως
μεταξύ ιδιωτικών
επιχειρήσεων. Αυτό
διαφοροποιεί τη σημερινή
κατάσταση από το
παρελθόν, όπου τα ρωσικά
συμβόλαια υπογράφονταν
με την Gazprom, μια
εταιρεία άμεσα
ελεγχόμενη από το
Κρεμλίνο.
Υπό αυτό
το πρίσμα, μια
ενδεχόμενη προσπάθεια
περιορισμού των ροών
αερίου θα άνοιγε τον
δρόμο για νομικές
προσφυγές, ενώ θα
προκαλούσε και ισχυρές
αντιδράσεις από τον ίδιο
τον ενεργειακό κλάδο
στις ΗΠΑ — έναν τομέα
που συγκαταλέγεται στους
πιο ένθερμους πολιτικούς
υποστηρικτές του Donald
Trump.
Η
UniCredit υπενθυμίζει
ότι υπάρχει ήδη σχετικό
προηγούμενο στον τομέα
της αιολικής ενέργειας,
όπου ξένες εταιρείες
κατάφεραν να ακυρώσουν
δικαστικά προσπάθειες
της αμερικανικής
κυβέρνησης να μπλοκάρει
επενδύσεις σε αιολικά
πάρκα.
Εξάλλου,
σε περίπτωση που οι ΗΠΑ
περιόριζαν τις εξαγωγές
LNG προς την Ευρώπη, θα
έπρεπε να αναζητήσουν
εναλλακτικές αγορές για
τις ποσότητες αυτές,
κάτι που δεν θα ήταν
αυτονόητο.
Συνεπώς,
καταλήγει ο οίκος, η
αποτελεσματικότητα του
LNG ως γεωοικονομικού
«όπλου» είναι
περιορισμένη — χωρίς
αυτό να σημαίνει ότι μια
τέτοια κίνηση δεν θα
μπορούσε να προκαλέσει
σοβαρές αναταράξεις στις
αγορές.
Δεδομένης της έλλειψης
σημαντικών εγχώριων
ορυκτών πόρων, το βασικό
στρατηγικό πλεονέκτημα
της Ευρώπης, σύμφωνα με
την UniCredit, είναι η
επιτάχυνση της
διείσδυσης των
ανανεώσιμων πηγών
ενέργειας και της
πυρηνικής παραγωγής.
Ωστόσο,
καθώς η ενεργειακή
μετάβαση εξελίσσεται σε
μια μακροχρόνια
διαδικασία, η Ευρώπη θα
κληθεί στο μεσοδιάστημα
να διαχειριστεί τις
γεωοικονομικές πιέσεις
που προέρχονται από
χώρες με κυρίαρχη θέση
στην παραγωγή φυσικών
πόρων, καταλήγουν οι
αναλυτές.
|