|
Ιδιαίτερα έντονη ήταν η
επέκταση προς τα
νοικοκυριά. Τα
στεγαστικά και
καταναλωτικά δάνεια
εκτοξεύθηκαν από επίπεδα
κοντά στα 25 δισ. ευρώ
σε πάνω από 110 δισ.
ευρώ, αντανακλώντας μια
εποχή κατά την οποία η
πρόσβαση σε τραπεζικό
δανεισμό θεωρούνταν
σχεδόν δεδομένη. Όπως
παραδέχονται σήμερα
τραπεζικά στελέχη, οι
εγκρίσεις χρηματοδότησης
ήταν εξαιρετικά
γενναιόδωρες, με
αποτέλεσμα πολλοί
δανειολήπτες να
αναλάβουν υποχρεώσεις
που ξεπερνούσαν τις
πραγματικές αντοχές
τους.
Η εικόνα αυτή ανετράπη
βίαια με την έλευση της
οικονομικής κρίσης. Η
απότομη συρρίκνωση των
εισοδημάτων οδήγησε σε
μαζικές αδυναμίες
αποπληρωμής,
μετατρέποντας ένα μεγάλο
μέρος του χαρτοφυλακίου
δανείων σε μη
εξυπηρετούμενο. Σε
ορισμένες κατηγορίες, τα
«κόκκινα» δάνεια έφτασαν
σε ακραία επίπεδα,
αγγίζοντας περίπου το
45% στα στεγαστικά και
έως και το 65% στην
καταναλωτική πίστη.
Τα περισσότερα από αυτά
τα προβληματικά
ανοίγματα απομακρύνθηκαν
σταδιακά από τους
ισολογισμούς των
τραπεζών μέσω πωλήσεων
και τιτλοποιήσεων. Από
τα μέσα της δεκαετίας
του 2010 και μετά, με
την κατάργηση των μέτρων
προστασίας των
οφειλετών, οι
διαδικασίες ρυθμίσεων
και αναγκαστικής
εκτέλεσης πέρασαν πλέον
στους νέους πιστωτές.
Σήμερα, ο κανόνας είναι
σαφής: η διακοπή
εξυπηρέτησης ενός
δανείου συνεπάγεται
άμεσο κίνδυνο απώλειας
περιουσιακών στοιχείων.
Η εμπειρία αυτή άφησε
βαθύ αποτύπωμα στη
συμπεριφορά των πολιτών.
Παρότι το τραπεζικό
σύστημα διαθέτει πλέον
άφθονη ρευστότητα και
προσφέρει ελκυστικά
χρηματοδοτικά
προγράμματα, η ζήτηση
για νέα δάνεια από
φυσικά πρόσωπα παραμένει
συγκρατημένη. Τα
νοικοκυριά εμφανίζονται
σαφώς πιο επιφυλακτικά
και αυτό αποτυπώνεται σε
μια σειρά από επιλογές
τους.
Καταρχάς, στις
αγοραπωλησίες ακινήτων
κυριαρχεί η χρήση ιδίων
κεφαλαίων. Εκτιμάται ότι
τουλάχιστον οκτώ στις
δέκα μεταβιβάσεις
πραγματοποιούνται χωρίς
τραπεζικό δανεισμό,
ακόμη και όταν οι
αγοραστές έχουν τη
δυνατότητα να
χρηματοδοτηθούν. Η
προτίμηση στη «δέσμευση»
αποταμιεύσεων αντί της
ανάληψης χρέους είναι
πλέον ξεκάθαρη.
Ακόμη όμως και όταν
καταφεύγουν σε
στεγαστικό δάνειο, οι
δανειολήπτες φροντίζουν
να περιορίσουν το ύψος
του. Τα ποσοστά
χρηματοδότησης κινούνται
τα τελευταία χρόνια γύρω
στο 65% της αξίας του
ακινήτου, όταν στην προ
κρίσης περίοδο συχνά
ξεπερνούσαν ακόμη και
την εμπορική του τιμή.
Παράλληλα, παρατηρείται
έντονη στροφή προς τα
σταθερά επιτόκια. Η
πλειονότητα των νέων
στεγαστικών δανείων
προσφέρει «κλειδωμένες»
δόσεις για μεγάλο
χρονικό διάστημα, ακόμη
και για όλη τη διάρκεια
αποπληρωμής. Η τάση αυτή
ενισχύθηκε περαιτέρω
μετά την απότομη σύσφιξη
της νομισματικής
πολιτικής από το 2022
και μετά. Σήμερα,
περίπου επτά στα δέκα
νέα στεγαστικά δάνεια
έχουν σταθερό επιτόκιο,
ποσοστό που θα ήταν
ακόμη υψηλότερο αν δεν
υπήρχε το κρατικό
πρόγραμμα «Σπίτι Μου»,
το οποίο προβλέπει
αποκλειστικά κυμαινόμενα
επιτόκια.
Τέλος, η πιο
χαρακτηριστική ένδειξη
αλλαγής νοοτροπίας αφορά
την καταναλωτική πίστη.
Οι πιστωτικές κάρτες
έχουν πάψει να
λειτουργούν ως βασικό
εργαλείο δανεισμού. Παρά
τις επιθετικές
προωθητικές ενέργειες
των τραπεζών, τα
υπόλοιπά τους παραμένουν
καθηλωμένα γύρω στα 2,5
δισ. ευρώ εδώ και πέντε
χρόνια, πολύ μακριά από
τα επίπεδα των περίπου
10 δισ. ευρώ που είχαν
καταγραφεί λίγο πριν την
κρίση.
Συνολικά, η εμπειρία της
υπερβολικής μόχλευσης
και της επακόλουθης
κατάρρευσης έχει
διαμορφώσει μια νέα,
πολύ πιο προσεκτική
σχέση των ελληνικών
νοικοκυριών με τον
δανεισμό — μια σχέση
που, προς το παρόν,
φαίνεται δύσκολο να
αλλάξει.
|