|
Το
επενδυτικό «βάρος»
σήκωσε για ακόμη μία
χρονιά ο κλάδος της
φιλοξενίας
Το
επενδυτικό «βάρος»
σήκωσε για ακόμη μία
χρονιά ο κλάδος της
φιλοξενίας, ο οποίος
απορρόφησε κεφάλαια 1,4
δισ. ευρώ,
αντιστοιχώντας στο 44,5% του
συνολικού όγκου. Δεύτερη
μεγαλύτερη κατηγορία
ήταν τα γραφεία, με 750
εκατ. ευρώ (27,3%),
σε μια αγορά όπου η
ποιότητα εξακολουθεί να
είναι καθοριστικό
κριτήριο: τα σύγχρονα,
ενεργειακά αποδοτικά
ακίνητα κρατούν
ισχυρότερη ζήτηση σε
σχέση με παλαιότερα
κτίρια, τα οποία
δυσκολεύονται να
ανταγωνιστούν σε
λειτουργικό κόστος και
προδιαγραφές.
Η εικόνα
του 2025 διαμορφώθηκε
κυρίως από εγχώρια
κεφάλαια, με θεσμικούς
επενδυτές και family
offices να
δίνουν τον τόνο. Στους
πιο ενεργούς «παίκτες»
που αναφέρονται
περιλαμβάνονται η Alpha
Bank, η Yoda Group, ο
Γιώργος Προκοπίου, η
Dimand και η Trastor
ΑΕΕΑΠ, ενώ πρόσθετη
κινητικότητα συνδέεται
και με την αναδιάρθρωση
της Prodea. Στο ίδιο
πλαίσιο, η έκθεση
καταγράφει τάση
επιστροφής των τραπεζών
στην αγορά ακινήτων με
μεγαλύτερη ένταση σε
σχέση με προηγούμενες
χρονιές.
Στη
φιλοξενία, η υπεροχή της
κατηγορίας ενισχύθηκε
και από μεγάλες
μεμονωμένες συναλλαγές,
όπως η εξαγορά του Astir
Pallas από τον Γιώργο
Προκοπίου έναντι 700
εκατ. ευρώ, που
συνέβαλε καθοριστικά στο
υψηλό συνολικό ποσό.
Ωστόσο, η «έκπληξη» της
χρονιάς, με όρους
ρυθμού, ήρθε από το
λιανεμπόριο: οι
επενδύσεις σε retail
assets ανήλθαν
σε 560 εκατ.
ευρώ,
καταγράφοντας άλμα 143% σε
σχέση με το 2024,
εξέλιξη που αποδίδεται
σε ενίσχυση της
εμπιστοσύνης για
επιλεγμένα ακίνητα του
κλάδου, αλλά και σε
συναλλαγές
χαρτοφυλακίων, ιδίως σε
γραφεία και λιανική.
Παράλληλα, κερδίζουν
έδαφος οι «εναλλακτικές»
κατηγορίες
Παράλληλα, κερδίζουν
έδαφος οι «εναλλακτικές»
κατηγορίες, όπως
υποδομές εκπαίδευσης και
φοιτητική στέγαση, που
εμφανίζονται ολοένα
συχνότερα στις
στρατηγικές ορισμένων
επενδυτών. Η
διαφοροποίηση αυτή
συνδέεται και με τις
μεταβολές που συνεχίζουν
να επηρεάζουν τη ζήτηση:
από την εξέλιξη του
τρόπου εργασίας έως τις
αλλαγές στις
καταναλωτικές συνήθειες,
οι οποίες εντείνουν τις
αποκλίσεις μεταξύ
επιμέρους τομέων αλλά
και μεταξύ ακινήτων μέσα
στον ίδιο τομέα.
Κομβικό
στοιχείο για την επόμενη
ημέρα θεωρείται η
επίδραση του ESG.
Η Cushman & Wakefield
Proprius περιγράφει μια
αγορά που σταδιακά
«σπάει» σε δύο
ταχύτητες: ακίνητα
έτοιμα να ανταποκριθούν
στις απαιτήσεις
βιωσιμότητας και ακίνητα
που υστερούν, με
επιπτώσεις τόσο στη
ζήτηση όσο και στις
αποτιμήσεις. Σε αυτό το
πλαίσιο, οι
δευτερεύουσες αγορές και
τα χαμηλότερης ποιότητας
ακίνητα εμφανίζουν
αυξημένη έκθεση σε
ρίσκο, με χαμηλότερη
απορρόφηση, περισσότερα
κενά και μεγαλύτερες
χρηματοδοτικές πιέσεις.
Αντίθετα, τα ποιοτικά
και «μοναδικά» ακίνητα
συνεχίζουν να πιάνουν premium,
ενώ οι τιμές πώλησης
συνολικά εμφανίζονται σε
γενικές γραμμές
σταθερές.
Για το
2026, η εταιρεία
σκιαγραφεί ένα πλαίσιο
συγκρατημένης
αισιοδοξίας
Για το
2026, η εταιρεία
σκιαγραφεί ένα πλαίσιο
συγκρατημένης
αισιοδοξίας, με την
αποκλιμάκωση των
επιτοκίων και τη
βελτίωση της επενδυτικής
εμπιστοσύνης να
λειτουργούν
υποστηρικτικά για
μεγαλύτερη
δραστηριότητα. Το
ενδιαφέρον, όπως
σημειώνεται, θα στραφεί
στις κινήσεις θεσμικών
επενδυτών, ΑΕΕΑΠ και
τραπεζών, καθώς και στη
δυνατότητα ενίσχυσης της
παρουσίας διεθνών
κεφαλαίων, όσο η Ελλάδα
ωριμάζει ως αγορά.
Ταυτόχρονα,
επισημαίνονται
περιορισμοί, όπως η
μικρότερη διαθεσιμότητα
ιστορικών δεδομένων για
ασφαλείς συγκρίσεις,
αλλά και το αποτύπωμα
της πρόσφατης
οικονομικής εμπειρίας –
από την κρίση έως την
πανδημία – που
εξακολουθεί να επηρεάζει
τη στάθμιση κινδύνου.
Ως προς
τη σύνθεση της
δραστηριότητας, οι
συναλλαγές χαρτοφυλακίων
αντιπροσώπευσαν λίγο
πάνω από το 43% του
συνολικού όγκου
επενδύσεων το 2025, ενώ
οι διασυνοριακές ροές
υπολογίζονται περίπου
στο 30%,
με το υπόλοιπο να
προέρχεται από εγχώρια
κεφάλαια. Ενδεικτικά,
από τα εγχώρια κεφάλαια,
το 46% αποδίδεται
σε family offices, το 9,25% σε
ΑΕΕΑΠ και το 9% σε
ξενοδόχους, με το
υπόλοιπο να προκύπτει
από εταιρείες ανάπτυξης,
κινήσεις
ιδιοχρησιμοποίησης και
ιδιώτες επενδυτές.
Πρόκειται για σύνθεση
που διαφοροποιείται
αισθητά σε σχέση με την
περίοδο 2017-2023, όταν
κυριαρχούσαν οι ΑΕΕΑΠ
και τα opportunistic
funds, με βασική σταθερά
να παραμένει η
επιλεκτικότητα και η
έμφαση σε ακίνητα με ισχυρά
θεμελιώδη και
καθαρή προοπτική
απόδοσης.
|