|
Αυτό το
όραμα για τα πετρέλαια
φαίνεται να είναι, για
να προσθέσουμε τα δύο
σεντς του
Schumpeter
(Schumpeter’s
two
cents)[1]
στο παιχνίδι της
ιστορίας, βγαλμένο από
τη δεκαετία 1940-60.
Τότε η βιομηχανία και η
αμερικανική εξωτερική
πολιτική ήταν στενά
συνδεδεμένες. Η
αμερικανική ισχύς
βοήθησε τις «Επτά
Αδελφές» – προγόνους των
ExxonMobil,
Chevron,
Shell
και
BP
– να ελέγχουν το
παγκόσμιο εμπόριο
πετρελαίου. Σε
αντάλλαγμα, οι εταιρείες
βοήθησαν κυριολεκτικά
στη τροφοδότηση της
αμερικανικής ισχύος,
τόσο της στρατιωτικής
όσο και της οικονομικής.
Προφανώς
ο κ.
Trump
δεν ζήτησε τη γνώμη των
αφεντικών του πετρελαίου
σχετικά με το όραμά του
για τη Βενεζουέλα. Η
Chevron,
η μόνη μεγάλη
αμερικανική εταιρεία που
παρέμεινε μετά την
εθνικοποίηση του κλάδου
από τον προκάτοχο του κ.
Maduro
το 2007, λέει ότι «δεν
είχε καμία ενημέρωση για
την πρόσφατη
επιχείρηση». Μόλις τώρα
ο Λευκός Οίκος συγκαλεί
εσπευσμένα συναντήσεις
με Αμερικανούς
πετρελαϊκούς ιθύνοντες
για να συζητήσουν την
αύξηση της παραγωγής.
Δεδομένου ότι οι τιμές
των μετοχών των
πετρελαϊκών εταιρειών
σημείωσαν άλμα στον
απόηχο της σύλληψης του
κ.
Maduro,
ο κ.
Trump
μπορεί να υπολογίζει
στην ευγνωμοσύνη τους,
όμως το πιθανότερο είναι
να συναντήσει
σκεπτικισμό τόσο βαρύ
όσο και το ασφαλτούχο
αργό της Βενεζουέλας,
μεταξύ άλλων από τη
Chevron
και τον επικεφαλής της,
Mike
Wirth.
Αυτό
συμβαίνει επειδή η
υπόσχεση του κ.
Trump
για εκμετάλλευση της
φλέβας πετρελαίου στη
Βενεζουέλα μοιάζει να
μην είναι
ευθυγραμμισμένη με την
πραγματικότητα του
σύγχρονου μεγάλου
πετρελαίου. Για αρχή,
μετά τον Δεύτερο
Παγκόσμιο Πόλεμο ο
κόσμος δεν υπήρξε ποτέ
τόσο πλημμυρισμένος με
μαύρο χρυσό όσο είναι
σήμερα. Η υπερπροσφορά
πιέζει προς τα κάτω τις
τιμές του αργού, οι
οποίες την τελευταία
φορά που ήταν τόσο
χαμηλές ήταν όταν οι
άνθρωποι αποτίναζαν την
covid-19
πριν από πέντε χρόνια.
Τα κέρδη των πετρελαϊκών
εταιρειών έχουν
βυθιστεί. Η
Chevron
σημείωσε καθαρά κέρδη
περίπου 13 δισ. δολάρια
το 2025, το χειρότερο
αποτέλεσμα από το 2020
και πάνω από 40% κάτω
από τον μέσο όρο του
2021-24.
Με την
παγκόσμια ζήτηση να
βρίσκεται
σε ήπια επίπεδα και με
την πιθανότητα να
κορυφωθεί το 2030, τα
πετρελαϊκά υπερμεγαθήρια
έχουν γίνει πιο
επιλεκτικά ως προς τα
project
που θα επενδύσουν. Αυτές
τις μέρες δεν αρκούν τα
κοιτάσματα να είναι
παλιά: θα πρέπει να
είναι χαμηλού κόστους
και χαμηλού κινδύνου.
Αυτά της Βενεζουέλας δεν
είναι κανένα από τα δύο.
Σύμφωνα
με την ενεργειακή
συμβουλευτική εταιρεία
Wood
Mackenzie,
η τιμή ισοσκέλισης (breakeven)
για τα κύρια έργα στη
Βενεζουέλα υπερβαίνει τα
80 δολάρια ανά βαρέλι,
δηλαδή βρίσκεται
σημαντικά υψηλότερα από
τα περίπου 50 δολάρια
ανά βαρέλι στα οποία
διαπραγματεύεται το
πετρέλαιο στην αγορά. Η
Chevron
δεν δημοσιοποιεί τις
τιμές ισοσκέλισης για
τις διάφορες γεωγραφικές
περιοχές στις οποίες
δραστηριοποιείται.
Ωστόσο, σύμφωνα με την
πιο πρόσφατη ετήσια
έκθεσή της, το κόστος
παραγωγής της (το οποίο
δεν περιλαμβάνει
αποσβέσεις, φορολογικές
επιβαρύνσεις και
ορισμένες άλλες δαπάνες)
στην αμερικανική ήπειρο
εκτός των Ηνωμένων
Πολιτειών ανερχόταν σε
14 δολάρια ανά βαρέλι.
Το ποσό αυτό ήταν κατά
το ήμισυ περίπου
υψηλότερο από τον
παγκόσμιο μέσο όρο της
εταιρείας και σχεδόν
βέβαιο ότι είχε αυξηθεί
λόγω των υπολειμματικών
δραστηριοτήτων της στη
Βενεζουέλα.
Η
άντληση βαρέος και
υψηλής περιεκτικότητας
σε θείο αργού πετρελαίου
στη Βενεζουέλα, το οποίο
πωλείται με έκπτωση,
καθίσταται ακόμη
λιγότερο ελκυστική όταν
η
Chevron
μπορεί να αξιοποιεί
ελαφρύτερο και
χαμηλότερης
περιεκτικότητας σε θείο
πετρέλαιο στη γειτονική
Γουιάνα, το οποίο
εξορύσσεται με
χαμηλότερο κόστος και
διατίθεται στην αγορά με
προσαύξηση τιμής. Το
περασμένο έτος, η
αμερικανική εταιρεία
ολοκλήρωσε την εξαγορά
της
Hess,
μικρότερης
ανταγωνίστριας με
σημαντικά περιουσιακά
στοιχεία στη χώρα που
βρίσκεται ανατολικά της
Βενεζουέλας, έναντι 60
δισ. δολαρίων. Σύμφωνα
με τα έγγραφα που είχε
καταθέσει η
Hess
πριν από τη συγχώνευση,
το κόστος παραγωγής ανά
βαρέλι στη Γουιάνα ήταν
χαμηλότερο από 7
δολάρια.
Πριν από
ένα μήνα ο κ.
Wirth
δήλωσε ότι το 2026, η
Chevron
θα επενδύσει 7 δισ.
δολάρια σε υπεράκτια
έργα, εκ των οποίων η
Γουιάνα είναι μακράν το
μεγαλύτερο, από ένα
συνολικό προϋπολογισμό
κεφαλαίων ύψους 18
δισ.-19 δισ. δολαρίων. Η
Rystad
Energy,
μια άλλη εταιρεία
συμβούλων, εκτιμά ότι η
αναβίωση της παραγωγής
της Βενεζουέλας στα 2
εκατ. βαρέλια ανά ημέρα,
επίπεδο που επιτεύχθηκε
για τελευταία φορά το
2018, θα απαιτούσε
ετήσιες επενδύσεις ύψους
12 δισ. δολαρίων έως το
2032. Ακόμη και αν η
Chevron
μοιραζόταν αυτό το βάρος
με την
ExxonMobil
και την
ConocoPhillips,
δύο αμερικανικές
ανταγωνίστριες που
αποχώρησαν μετά το 2007,
το τίμημα θα
εξακολουθούσε να είναι
βαρύ και η απόδοση
αβέβαιη.
Αυτό
είναι κάτι που οι
μέτοχοι απεύχονται. Οι
ιδρυτές των επτά αδελφών
μπορεί στο παρελθόν να
φλέρταραν με τον
γεωπολιτικό κίνδυνο. Οι
απόγονοι τους τον
αποφεύγουν. Ο
Dan
Yergin,
ο κατεξοχήν ιστορικός
της πετρελαϊκής
βιομηχανίας, περιγράφει
τους σημερινούς
πετρελαϊκούς γίγαντες ως
«πολύπλοκους,
πειθαρχημένους στο
κεφάλαιο οργανισμούς που
διοικούνται από
μηχανικούς και
δικηγόρους».
Δεν
πρόκειται για κάτι
καινούργιο. Στο βιβλίο
του «The
Quest»,
ο κ.
Yergin
παραθέτει τις αμφιβολίες
ενός δυτικού
διευθύνοντος συμβούλου
σχετικά με την είσοδο
στο Ιράκ μετά την
ανατροπή του
Saddam
Hussein
από την Αμερική το 2003.
«Πείτε μας για το νομικό
σύστημα, πείτε μας για
το πολιτικό σύστημα.
Πείτε μας για το
οικονομικό σύστημα και
για τα συμβατικά και
φορολογικά συστήματα,
πείτε μας για τη
διαιτησία, και για την
ασφάλεια… Πείτε μας όλα
αυτά τα πράγματα και
μετά θα συζητήσουμε για
το αν θα επενδύσουμε ή
όχι». Χρειάστηκαν
περισσότερα από έξι
χρόνια για να απαντηθούν
αυτές οι ερωτήσεις κατά
τρόπο που να ικανοποιεί
τις μεγάλες εταιρείες.
Οι ενδεχόμενες
επενδύσεις τους συχνά
υπολείπονταν κατά πολύ
των προσδοκιών.
Η αρχική θέρμη των
επενδυτών έχει ήδη
κρυώσει. Στις 6
Ιανουαρίου οι μετοχές
της
Chevron
έχασαν μεγάλο μέρος της
ανόδου τους κατά 5% την
προηγούμενη ημέρα. Τα
υπόλοιπα κέρδη ίσως
οφείλονται περισσότερο
στον μειωμένο κίνδυνο
προσάρτησης της
πετρελαϊκής περιοχής της
Γουιάνας από τη
Βενεζουέλα, με την οποία
είχε απειλήσει ο κ.
Maduro.
Οι μετοχές της
ExxonMobil
και της
ConocoPhillips
μπορεί να αντανακλούν
τις βελτιωμένες
πιθανότητες ανάκτησης
κάποιων από τις
αποζημιώσεις που
επιδικάστηκαν στο δίδυμο
από τη διαιτησία για την
απαλλοτρίωση του 2007.
Καμία από αυτές τις
εξελίξεις δεν
σηματοδοτεί μια
πετρελαϊκή έκρηξη στη
Βενεζουέλα.
[1] Το
«Schumpeter’s
two
cents»
αναφέρεται στην
ιδιαίτερη συνεισφορά του
οικονομολόγου
Joseph
Schumpeter,
ιδιαίτερα στην εστίασή
του στον επιχειρηματία
ως την κινητήρια δύναμη
του καπιταλισμού, που
οδηγεί τη «δημιουργική
καταστροφή» μέσω της
καινοτομίας (νέα
προϊόντα, μέθοδοι,
αγορές), η οποία
διαταράσσει παλιές
βιομηχανίες και
τροφοδοτεί την
οικονομική ανάπτυξη, σε
αντίθεση με τον απλό
ανταγωνισμό τιμών, και
την ιδέα του ότι η ίδια
η επιτυχία του
καπιταλισμού οδηγεί στον
τελικό μετασχηματισμό
του.
Πηγή:
The Economist
|