|
Οι
επικριτές αυτής της
πολιτικής επισημαίνουν
ότι η συνεχής υποτίμηση
του renminbi έχει
επιβαρύνει τους
εμπορικούς εταίρους της
Κίνας, ιδιαίτερα
ευρωπαϊκές χώρες που
βλέπουν τα προϊόντα τους
να γίνονται πιο ακριβά
και λιγότερο
ανταγωνιστικά στις
διεθνείς αγορές. Η
Ευρωπαϊκή Ένωση, ο
Γάλλος Πρόεδρος Εμανουέλ
Μακρόν αλλά και διεθνείς
θεσμοί όπως το ΔΝΤ έχουν
εκφράσει δημόσια
ανησυχίες για αυτές τις
εμπορικές ανισορροπίες.
Ορισμένοι ερευνητές και
επενδυτές ισχυρίζονται
ότι μια ουσιαστική
ανατίμηση του renminbi
θα μπορούσε να
στηρίξει τα ασιατικά
χρηματοοικονομικά
περιουσιακά στοιχεία,
να μειώσει τις εντάσεις
για αθέμιτο ανταγωνισμό
και να αντικατοπτρίζει
καλύτερα τα θεμελιώδη
της οικονομίας. Ωστόσο,
άλλοι επισημαίνουν ότι
η αργή άνοδος του
νομίσματος πιθανότατα θα
συνεχιστεί,
επειδή ο πληθωρισμός
στην Κίνα είναι χαμηλός
ή ακόμα αρνητικός και
μια ισχυρότερη
συναλλαγματική ισοτιμία
δεν θα βοηθήσει την
οικονομική ανάκαμψη από
τη συνεχιζόμενη πτώση
της εγχώριας ζήτησης. Με
δεδομένα αυτά τα
διλήμματα, οι
περισσότερες εκτιμήσεις
δείχνουν μια
σταδιακή, μέτρια
ενίσχυση του
renminbi κατά τη
διάρκεια του 2026, χωρίς
μεγάλες ή αιφνιδιαστικές
κινήσεις.
Η
διαχείριση αυτής της
πολιτικής είναι
ιδιαίτερα κρίσιμη καθώς
οι εμπορικές σχέσεις και
οι οικονομικές εντάσεις
μεταξύ Κίνας, Ευρώπης
και ΗΠΑ παραμένουν στο
επίκεντρο της παγκόσμιας
οικονομικής ατζέντας,
καθιστώντας το ζήτημα
του renminbi όχι μόνο
ένα θέμα νομισματικής
πολιτικής, αλλά και
γεωπολιτικής και
εμπορικής ισορροπίας.
Πηγές:
Financial Times
|