|
Αναλύοντας τις
οικονομικές συνέπειες, ο
Schmieding
σημειώνει ότι ο
αντίκτυπος των
γεωπολιτικών εξελίξεων
στις ευρωπαϊκές
οικονομικές επιδόσεις,
σε ορίζοντα ενός ή δύο
ετών, μπορεί να
κυμαίνεται από
εξαιρετικά έντονος έως
σχεδόν αμελητέος. Ως
χαρακτηριστικό
παράδειγμα αναφέρει τη
ρωσική εισβολή στην
Ουκρανία το 2022, η
οποία προκάλεσε σοβαρές
διαταραχές στην
παγκόσμια αγορά
ενέργειας και τροφίμων,
αναγκάζοντας την Ευρώπη
να χρειαστεί περίπου
τρία χρόνια για να
απορροφήσει το σοκ.
Αντιθέτως, οι περσινές
επιθέσεις του Ισραήλ και
των ΗΠΑ σε ιρανικές
πυρηνικές εγκαταστάσεις
είχαν περιορισμένη
επίδραση στις αγορές και
δεν επηρέασαν ουσιαστικά
τις οικονομικές
προοπτικές.
Κατά τον
ίδιο, ο καθοριστικός
παράγοντας για το
οικονομικό αποτύπωμα
τέτοιων γεγονότων είναι
το κατά πόσο
μεταβάλλονται οι
συνθήκες πρόσβασης σε
κρίσιμους φυσικούς
πόρους. Υπό αυτό το
πρίσμα, οι εξελίξεις σε
Βενεζουέλα και Ιράν
εκτιμάται ότι θα έχουν
φέτος πολύ περιορισμένες
επιπτώσεις τόσο στην
παγκόσμια όσο και στην
ευρωπαϊκή οικονομία.
Και στις
δύο χώρες, πιθανές
πολιτικές αλλαγές
ενδέχεται μεσοπρόθεσμα
να οδηγήσουν σε αύξηση
της προσφοράς
πετρελαίου, παρά τον
κίνδυνο πρόσκαιρων
διαταραχών στην παραγωγή
σε βραχυπρόθεσμο
ορίζοντα. Για τον λόγο
αυτό, ο
Schmieding
δεν θεωρεί απαραίτητο να
αναθεωρήσει τις
μακροοικονομικές και
χρηματοοικονομικές
προβλέψεις της
Berenberg
με βάση τις εξελίξεις
αυτές.
Το Ιράν
και η Βενεζουέλα, όπως
επισημαίνει, υφίστανται
τις συνέπειες δεκαετιών
κακοδιαχείρισης. Το
μερίδιο του Ιράν στο
παγκόσμιο ΑΕΠ έχει
συρρικνωθεί δραματικά,
από 2,6% το 1990 σε 0,8%
το 2010 και μόλις 0,4%
το 2024, με την
Berenberg
να εκτιμά ότι σήμερα
υποχωρεί κάτω από το
0,3%. Αν και η έκβαση
των μαζικών διαδηλώσεων
παραμένει αβέβαιη, η
επιδείνωση των
οικονομικών συνθηκών και
η συχνότητα των
κοινωνικών αντιδράσεων
υποδηλώνουν ότι κάποια
μορφή αλλαγής καθεστώτος
είναι πιθανή τα επόμενα
χρόνια. Σε ένα τέτοιο
σενάριο, ενδέχεται να
υπάρξει πρόσκαιρη
διαταραχή στην παραγωγή
πετρελαίου, αλλά
μακροπρόθεσμα η
παγκόσμια προσφορά θα
ενισχυθεί.
Όσον
αφορά τη Γροιλανδία, η
Berenberg
θεωρεί εξαιρετικά
απίθανο το ενδεχόμενο οι
ΗΠΑ να επιδιώξουν τον
έλεγχο της περιοχής μέσω
στρατιωτικής επέμβασης,
καθώς κάτι τέτοιο θα
μπορούσε να προκαλέσει
σοβαρό ρήγμα στο ΝΑΤΟ.
Αντιθέτως, τα συμφέροντα
της Γροιλανδίας, των
Ηνωμένων Πολιτειών, της
Δανίας, της Ευρώπης και
του Καναδά συμπίπτουν σε
μεγάλο βαθμό.
Καθώς η
τήξη των πάγων ανοίγει
νέες αρκτικές θαλάσσιες
διαδρομές, η ενίσχυση
της άμυνας και του
ελέγχου της περιοχής
έναντι της Ρωσίας και
της Κίνας αποκτά
στρατηγική σημασία για
το σύνολο της συμμαχίας.
Παράλληλα, οι πρόσφατες
εμπειρίες με τη Ρωσία
και την Κίνα
υπογραμμίζουν την ανάγκη
ΗΠΑ και Ευρώπης να
εξασφαλίσουν νέες πηγές
κρίσιμων πρώτων υλών.
Υπό
αυτές τις συνθήκες, μια
λύση που θα σέβεται το
δικαίωμα αυτοδιάθεσης
της Γροιλανδίας, θα
ενισχύει τη συλλογική
άμυνα του ΝΑΤΟ και θα
βελτιώνει την πρόσβαση
σε στρατηγικούς πόρους,
μπορεί να επιτευχθεί
χωρίς ιδιαίτερες
δυσκολίες, καταλήγει ο
Schmieding.
|