|
Η
διαδικασία αυτή είναι
εξαιρετικά δαπανηρή. Δεν
αφορά μόνο την αγορά του
πετρελαίου, αλλά και το
κόστος αποθήκευσής του.
Σε αντίθεση με τις ΗΠΑ,
που αξιοποιούν φυσικά
αλατούχα σπήλαια, η Κίνα
βασίζεται σε μεγάλες,
ειδικά κατασκευασμένες
εγκαταστάσεις, με υψηλές
απαιτήσεις σε μέταλλα
και υποδομές. Παρ’ όλα
αυτά, η στρατηγική είναι
ξεκάθαρη. Στο παρελθόν,
η ασφάλεια επιτυγχανόταν
μέσω της κατοχής
αμερικανικών κρατικών
ομολόγων, που παρείχαν
τόκους και ρευστότητα
για μετατροπή σε
εμπορεύματα όποτε
χρειαζόταν.
Αυτό το
μοντέλο, όμως, ανήκει
πλέον στο παρελθόν. Σε
ένα περιβάλλον μειωμένης
εμπιστοσύνης, οι
οικονομίες
απομακρύνονται από το
σύστημα των παραδόσεων
«ακριβώς στην ώρα τους»
και στρέφονται στην
αποθήκευση πόρων «για
κάθε ενδεχόμενο». Για το
ενδεχόμενο πολεμικής
σύγκρουσης, για το
ενδεχόμενο διακοπής των
θαλάσσιων εμπορικών
οδών.
Παρόμοια
λογική φαίνεται να
ακολούθησε και η
κυβέρνηση Τραμπ, όταν οι
αμερικανικές δυνάμεις
επιτέθηκαν στη
Βενεζουέλα και συνέλαβαν
τον πρόεδρό της, Νικολάς
Μαδούρο. Βραχυπρόθεσμα,
οι ΗΠΑ διαθέτουν
επάρκεια πετρελαίου,
καθώς έχουν τόσο το
Στρατηγικό Απόθεμα
Πετρελαίου – το οποίο
αυξήθηκε από 350 σε 400
εκατ. βαρέλια την
τελευταία διετία – όσο
και τη θέση του καθαρού
εξαγωγέα.
Ωστόσο,
το ερώτημα είναι τι
θεωρείται «αρκετό» σε
συνθήκες παρατεταμένης
κρίσης. Μακροπρόθεσμα, η
ύπαρξη εφεδρειών είναι
κρίσιμη. Και ποια
εφεδρεία θα μπορούσε να
είναι μεγαλύτερη από τον
έλεγχο μιας χώρας που
διαθέτει τα μεγαλύτερα
αποδεδειγμένα αποθέματα
πετρελαίου παγκοσμίως;
Βέβαια, η αξιοποίησή
τους δεν είναι άμεση,
καθώς η παραγωγή της
Βενεζουέλας παραμένει
κάτω από το ένα εκατ.
βαρέλια ημερησίως, μετά
από χρόνια απομόνωσης
και υποεπένδυσης, ενώ
και η γεωγραφική
απόσταση δεν είναι
αμελητέα.
Το
ζήτημα, ωστόσο, δεν
περιορίζεται στο
πετρέλαιο. Αν και δεν
υφίσταται αντίστοιχος
κανόνας αποθεματοποίησης
για άλλα εμπορεύματα,
ίσως θα έπρεπε να
υπάρξει. Σε έναν κόσμο
που επιστρέφει στη
λογική των σφαιρών
επιρροής και της
γεωπολιτικής ισχύος, η
ενεργειακή, οικονομική
και εθνική ασφάλεια
προϋποθέτουν πρόσβαση
τόσο σε βιομηχανικά
μέταλλα όσο και σε
σπάνιες γαίες.
Ο Χέιγκ
θέτει το ερώτημα τι θα
συνέβαινε αν οι χώρες
που εισάγουν νικέλιο,
ψευδάργυρο, μόλυβδο,
αλουμίνιο, ασήμι και
χαλκό αποφάσιζαν να τα
αποθεματοποιήσουν όπως
κάνουν με το πετρέλαιο.
Πολλές από αυτές τις
αγορές βρίσκονται ήδη σε
έλλειμμα, ύστερα από
χρόνια χαμηλών
επενδύσεων. Οι τιμές θα
εκτοξεύονταν – όπως
συμβαίνει ήδη με το
ασήμι και όπως φαίνεται
να συμβεί με τον χαλκό.
Αν
προστεθεί η επιπλέον
ζήτηση από την ανάπτυξη
της τεχνητής νοημοσύνης,
την ενίσχυση των
ηλεκτρικών δικτύων, τις
πολιτικές
επαναβιομηχάνισης και
τις αυξημένες αμυντικές
δαπάνες, και εφόσον η
κρίση στον κινεζικό
κατασκευαστικό τομέα δεν
επιδεινωθεί ανεξέλεγκτα,
τότε πολλά μέταλλα
ενδέχεται να καταγράψουν
εκρηκτική άνοδο έως το
2026.
Υπό
αυτές τις συνθήκες, η
έγκαιρη συσσώρευση
αποθεμάτων φαίνεται
προτιμότερη από την
καθυστέρηση. Ο Λευκός
Οίκος δείχνει να το
αντιλαμβάνεται,
κρίνοντας από τη σπουδή
του να εξασφαλίσει
στρατηγικούς πόρους –
ακόμη και μέσω περιοχών
όπως η Γροιλανδία.
Παρότι ο υπόγειος
πλούτος της δεν είναι
άμεσα αξιοποιήσιμος, ο
έλεγχός του εξασφαλίζει
ότι δεν θα βρεθεί στα
χέρια ανταγωνιστών.
Οι ιδιώτες επενδυτές
καλούνται επίσης να
λάβουν υπόψη αυτές τις
εξελίξεις και να
δημιουργήσουν τα δικά
τους «αποθέματα», χωρίς
αυτό να συνεπάγεται
ακραίες στρατηγικές.
Ορισμένες ευρωπαϊκές
αμυντικές μετοχές και
ETFs εμπορευμάτων
μπορούν να λειτουργήσουν
επαρκώς ως μέσα
διαφοροποίησης.
Στο ίδιο πλαίσιο
εντάσσεται και ο χρυσός.
Πολλές κεντρικές
τράπεζες τον ενισχύουν
συστηματικά στα
αποθεματικά τους τα
τελευταία χρόνια, με
στόχο – σύμφωνα με τον
Χέιγκ – να
αντιπροσωπεύει περίπου
το 20% αυτών, επίπεδο
στο οποίο ελάχιστες
έχουν φτάσει.
Αν οι 50 μεγαλύτερες
κεντρικές τράπεζες
παγκοσμίως, εξαιρουμένων
όσων διαθέτουν ήδη υψηλά
ποσοστά χρυσού,
μετέφεραν μόλις 1%
επιπλέον των
αποθεματικών τους στο
πολύτιμο μέταλλο, η τιμή
του θα μπορούσε να
αυξηθεί κατά περίπου
1.000 δολάρια,
ενισχύοντας περαιτέρω
και τις μετοχές των
εταιρειών εξόρυξης.
Σημειώνεται ότι και οι
313 μεταλλευτικές
εταιρείες χρυσού που
παρακολουθεί η Wood
Mackenzie εμφανίζουν ήδη
ιστορικά υψηλή
κερδοφορία στα τρέχοντα
επίπεδα τιμών.
Πηγή: Bloomberg
|