|
Τα
χαρτοφυλάκια του
λεγόμενου «ανεπίσημου»
τομέα της Κίνας στο
εξωτερικό αυξήθηκαν κατά
τουλάχιστον 1 τρισ.
δολάρια μόνο το πρώτο
τρίμηνο του 2025, ρυθμός
υπερδιπλάσιος σε σχέση
με τον μέσο όρο της
προηγούμενης δεκαετίας.
Παράλληλα, οι Κινέζοι
ενίσχυσαν τις
τοποθετήσεις τους σε
ξένους τίτλους –από
αμερικανικές μετοχές έως
ευρωπαϊκά ομόλογα και
αμοιβαία κεφάλαια– κατά
535 δισ. δολάρια. Η
αύξηση αυτή, έως και τον
περασμένο Σεπτέμβριο,
ξεπέρασε κάθε ετήσια
επίδοση των τελευταίων
20 ετών και ήταν αισθητά
μεγαλύτερη από τις
άμεσες επενδύσεις στο
εξωτερικό για
εργοστάσια, αποθήκες ή
προσλήψεις προσωπικού.
Αυτή η
«αθόρυβη» διοχέτευση
κινεζικών κεφαλαίων στις
διεθνείς αγορές
σηματοδοτεί μια βαθιά
αλλαγή: το μέχρι
πρότινος συγκεντρωτικό
μοντέλο διαχείρισης του
πλούτου που προερχόταν
από τη μεταποίηση και το
εμπόριο υποχωρεί. Στη
θέση του διαμορφώνεται
ένα παγκόσμιο
χρηματοπιστωτικό
οικοσύστημα που
εξαρτάται ολοένα και
περισσότερο από
ρευστότητα κινεζικής
προέλευσης.
Η
διάρκεια και η
σταθερότητα αυτής της
μετάβασης θα εξαρτηθούν
κυρίως από τις εξελίξεις
στο εσωτερικό της Κίνας.
Σε ένα σενάριο ταχείας
ενίσχυσης του γουάν και
επιστροφής κεφαλαίων,
«ενδέχεται να δούμε μια
αλυσιδωτή αντίδραση, με
εξαγωγείς να κλείνουν
τις συναλλαγματικές τους
θέσεις και τις εισροές
να αυξάνονται, οδηγώντας
σε πλήρη αντιστροφή της
τάσης», ανέφερε στο
Bloomberg
ο
Peiqian
Liu,
οικονομολόγος της
Fidelity
International.
Ήδη,
ορισμένα σημάδια
επαναπατρισμού είναι
ορατά. Σύμφωνα με
επίσημα στοιχεία, τον
Δεκέμβριο οι εισροές
κεφαλαίων έφτασαν στο
υψηλότερο επίπεδο από το
2015, αγγίζοντας τα 128
δισ. δολάρια, καθώς
αυξήθηκε έντονα η
μετατροπή ξένου
συναλλάγματος σε γουάν
από επιχειρήσεις.
Καθώς το
Πεκίνο αποκτά μεγαλύτερη
ευελιξία στη διαχείριση
αυτών των ροών, τα
κινεζικά
χρηματοπιστωτικά
ιδρύματα διεισδύουν
βαθύτερα στις διεθνείς
αγορές, γίνονται
λιγότερο ευάλωτα σε
δασμούς και δυσκολότερα
ανιχνεύσιμα από τις
δυτικές ρυθμιστικές
αρχές. Η επιτάχυνση
αυτής της στρατηγικής
σημειώθηκε μετά την
επιστροφή του
Donald
Trump
στον Λευκό Οίκο το 2024,
αποτελώντας το
αποκορύφωμα μιας
εικοσαετούς πολιτικής
του Πεκίνου που στόχευε
στη «διασπορά του ξένου
συναλλάγματος στους
πολίτες» αντί της
συσσώρευσής του στην
κεντρική τράπεζα.
Όπως
σημειώνει το
Bloomberg,
για πρώτη φορά τα ξένα
περιουσιακά στοιχεία του
ανεπίσημου τομέα της
Κίνας ξεπέρασαν το
συνολικό εξωτερικό χρέος
της χώρας, εξέλιξη που
–θεωρητικά– θα μπορούσε
να μετατρέψει την Κίνα
σε ώριμο κράτος-πιστωτή.
Πριν από
δύο δεκαετίες, κάθε
δολάριο που εισέπραττε
μια κινεζική εξαγωγική
επιχείρηση όφειλε να
επιστρέψει στο κράτος.
Μετά την ένταξη στον
ΠΟΕ, η εκρηκτική αύξηση
των εξαγωγών εκτόξευσε
τα συναλλαγματικά
αποθέματα, τον
πληθωρισμό και τις
πιέσεις από τη Δύση. Η
σταδιακή αλλαγή
πολιτικής έγινε ακόμη
πιο επιτακτική μετά το
«πάγωμα» περίπου 300
δισ. δολαρίων ρωσικών
αποθεματικών από τις
χώρες της
G7,
μετά την εισβολή στην
Ουκρανία.
Σήμερα,
οι εξαγωγείς μπορούν να
διατηρούν τα έσοδά τους
σε δολάρια σε εμπορικές
τράπεζες ή στα λογιστικά
τους βιβλία, χωρίς να τα
ανταλλάσσουν υποχρεωτικά
με γουάν.
Το νέο
εμπορικό σκηνικό
Καθώς η
Κίνα προσπαθούσε να
προσαρμοστεί στο
γεωπολιτικό περιβάλλον
της εποχής
Trump,
οι εξαγωγικές της
επιχειρήσεις κατέγραφαν
τεράστια έσοδα. Οι
υψηλότεροι δασμοί στις
ΗΠΑ ώθησαν τις κινεζικές
εταιρείες να
διοχετεύσουν περισσότερα
προϊόντα σε άλλες
αγορές, ενώ η υποτονική
εγχώρια ζήτηση κράτησε
τις εισαγωγές χαμηλά. Το
αποτέλεσμα ήταν το
μεγαλύτερο εμπορικό
πλεόνασμα που έχει
καταγραφεί ποτέ
παγκοσμίως.
Μέχρι τα
τέλη Σεπτεμβρίου, οι
Κινέζοι ιδιώτες κατείχαν
ξένα περιουσιακά
στοιχεία αξίας 7,8 τρισ.
δολαρίων, αύξηση
πενταπλάσια σε σχέση με
την άνοδο των επίσημων
αποθεμάτων. Οι τράπεζες
αξιοποιούν αυτή τη
ρευστότητα για αγορές
ξένων τίτλων ή για τη
χρηματοδότηση εταιρειών
που επεκτείνονται
διεθνώς, ενώ μεγάλες
επιχειρήσεις
χρησιμοποιούν τα έσοδα
του εξωτερικού για
άμεσες επενδύσεις και
εξαγορές.
«Πέρα
από τα αμερικανικά
κρατικά ομόλογα,
αισθάνονται άνετα να
τοποθετούνται σε ευρύ
φάσμα αμερικανικών
assets
και να χρηματοδοτούν
κινεζικές εταιρείες που
χρειάζονται δανεισμό
εκτός Κίνας», ανέφερε
στο
Bloomberg
ο
Brad
Setser
από το
Council
on
Foreign
Relations.
Ωστόσο,
αυτές οι ροές ακολουθούν
τους κύκλους της αγοράς.
Μια ταχύτερη ανατίμηση
του γουάν ή αύξηση των
εγχώριων επιτοκίων θα
μπορούσε να οδηγήσει σε
μαζικό επαναπατρισμό
κεφαλαίων, με τους
επενδυτές να
ρευστοποιούν θέσεις σε
δολάρια για να
κατοχυρώσουν κέρδη. Για
τον υπόλοιπο κόσμο, μια
τέτοια εξέλιξη θα
μπορούσε να μεταφραστεί
σε απότομη συρρίκνωση
της ρευστότητας,
αιφνιδιαστικές πιέσεις
στα ριψοκίνδυνα
περιουσιακά στοιχεία και
άνοδο του παγκόσμιου
κόστους δανεισμού.
Πηγή: Bloomberg
|