|
Εντείνεται η συζήτηση
για «τεχνολογική
κυριαρχία»
Η στάση
του Τραμπ στο ζήτημα της
Γροιλανδίας λειτούργησε
ως καταλύτης για την
αυστηροποίηση της
ευρωπαϊκής ρητορικής
γύρω από την ανάγκη
περιορισμού της
εξάρτησης από τις ΗΠΑ —
όχι μόνο σε τομείς όπως
η άμυνα και το εμπόριο,
αλλά και στον πυρήνα της
ψηφιακής τεχνολογίας.
Την
περασμένη Πέμπτη, το
Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο
ενέκρινε ψήφισμα υπέρ
της «τεχνολογικής
κυριαρχίας»,
προτείνοντας τη χρήση
κριτηρίων στις δημόσιες
προμήθειες που θα
ευνοούν ευρωπαϊκά
προϊόντα, όπου αυτό
είναι εφικτό, καθώς και
νέα νομοθεσία για την
ενίσχυση των ευρωπαϊκών
παρόχων cloud.
Παράλληλα, η Ευρωπαϊκή
Επιτροπή επεξεργάζεται
νέο κανονιστικό πλαίσιο
με στόχο την ενίσχυση
της ψηφιακής αυτονομίας
της ΕΕ. Σύμφωνα με
αξιωματούχους που
συμμετέχουν στις
συζητήσεις, ζητήματα
ασφάλειας που συνδέονται
με την αμερικανική
τεχνολογία τίθενται
πλέον ανοιχτά στο
τραπέζι — κάτι που μέχρι
πριν από λίγους μήνες θα
θεωρούνταν αδιανόητο.
Οι ίδιοι
ξεκαθαρίζουν ότι δεν
επιδιώκεται πλήρης
αποκοπή από την
αμερικανική τεχνολογία,
αλλά η μείωση κρίσιμων
εξαρτήσεων και η
ενίσχυση του ευρωπαϊκού
τεχνολογικού
οικοσυστήματος.
Το cloud
στο επίκεντρο των
ανησυχιών
Η
προοπτική μιας
τεχνολογικής
«αποσύζευξης»
Ευρώπης–ΗΠΑ κυριάρχησε
στις συζητήσεις του
World Economic Forum στο
Νταβός. Πολιτικοί και
επιχειρηματικοί ηγέτες
αναγνώρισαν ότι ένα
τέτοιο εγχείρημα θα ήταν
εξαιρετικά δύσκολο,
δεδομένης της βαθιάς
διείσδυσης της
αμερικανικής τεχνολογίας
σε κάθε επίπεδο — από
μικροτσίπ και cloud
υποδομές έως προηγμένα
μοντέλα τεχνητής
νοημοσύνης.
Η
εξάρτηση της Ευρώπης
είναι εντονότερη στο
cloud computing. Το
2024, οι ευρωπαϊκές
δαπάνες προς τους πέντε
μεγαλύτερους
αμερικανικούς παρόχους
cloud άγγιξαν τα 25 δισ.
δολάρια, ποσό που
αντιστοιχεί στο 83% της
αγοράς, σύμφωνα με
στοιχεία της IDC.
Όπως
σημείωσε ο επικεφαλής
της γαλλικής κρατικής
επενδυτικής τράπεζας
Bpifrance, Nicolas
Dufourcq, η αυτόματη
επιλογή αμερικανικών
ψηφιακών λύσεων από
μεγάλες ευρωπαϊκές
επιχειρήσεις πρέπει να
επανεξεταστεί, καθώς
έχει καταστεί υπερβολικά
εύκολη.
Διαχρονικές φιλοδοξίες,
διαρθρωτικά εμπόδια
Η
Wall Street Journal
υπενθυμίζει ότι η Ευρώπη
υπήρξε πρωτοπόρος στην
εποχή της κινητής
τηλεφωνίας, με εταιρείες
όπως η Nokia και η
Ericsson, όμως έχασε το
στοίχημα της ψηφιακής
εποχής, αδυνατώντας να
δημιουργήσει
τεχνολογικούς κολοσσούς
αντίστοιχους των ΗΠΑ και
της Κίνας.
Οι
επανειλημμένες
προσπάθειες για
ευρωπαϊκές μηχανές
αναζήτησης δεν κατάφεραν
να αμφισβητήσουν σοβαρά
την κυριαρχία της
Google. Επιχειρηματικοί
κύκλοι αποδίδουν αυτή
την υστέρηση σε
συντηρητικότερη
επενδυτική κουλτούρα,
στον κατακερματισμό της
ενιαίας αγοράς και στο
βαρύ ρυθμιστικό πλαίσιο.
Αν και η ΕΕ επιχειρεί
πλέον να χαλαρώσει
ορισμένους ψηφιακούς
κανόνες, η πρόοδος
παραμένει περιορισμένη.
Από τον
Σνόουντεν στο σήμερα
Οι
ευρωπαϊκές ανησυχίες
γύρω από την αμερικανική
τεχνολογική κυριαρχία
έχουν βαθιές ρίζες. Το
2013, οι αποκαλύψεις του
Έντουαρντ Σνόουντεν για
τις πρακτικές
παρακολούθησης των ΗΠΑ
οδήγησαν το Δικαστήριο
της ΕΕ στην ακύρωση της
συμφωνίας διατλαντικής
μεταφοράς δεδομένων.
Αντίστοιχα, το 2018,
κατά την πρώτη θητεία
Τραμπ, ευρωπαϊκές
εταιρείες εξέφρασαν
έντονη ανησυχία για νόμο
που επέτρεπε στις
αμερικανικές αρχές
πρόσβαση σε δεδομένα
αποθηκευμένα εκτός ΗΠΑ
από αμερικανικούς
παρόχους cloud.
Ωστόσο,
και στις δύο
περιπτώσεις, οι
αμερικανικές εταιρείες
όχι μόνο διατήρησαν αλλά
και ενίσχυσαν τη θέση
τους στην Ευρώπη,
επενδύοντας σε τοπικά
data centers και
προσφέροντας λύσεις
«κυρίαρχου cloud» με
δεδομένα υπό ευρωπαϊκό
έλεγχο.
Μετά την
επανεκλογή Τραμπ,
ευρωπαίοι αξιωματούχοι
ζητούν πλέον ρητές
εγγυήσεις ότι κρίσιμες
υποδομές —ιδίως σε
τομείς όπως η ενέργεια—
θα μπορούν να
μεταφερθούν άμεσα σε
ευρωπαϊκούς παρόχους σε
περίπτωση διακοπής
υπηρεσιών.
Η
Microsoft έχει
επεκτείνει συνεργασίες,
όπως στη Γερμανία με τη
Delos Cloud (θυγατρική
της SAP), ενώ η Amazon
λάνσαρε πρόσφατα
ευρωπαϊκό «sovereign
cloud» με έδρα τη
Γερμανία. Αντίστοιχα, η
Google έχει προχωρήσει
σε κοινοπραξίες με
τοπικούς εταίρους, όπως
στη Γαλλία.
Η
συζήτηση για την
τεχνολογική αυτονόμηση
της Ευρώπης, που μέχρι
πρόσφατα έμοιαζε
θεωρητική, αποκτά πλέον
σαφές γεωπολιτικό βάρος
— και, για πρώτη φορά,
χαρακτήρα κατεπείγοντος.
Πηγή:
The Wall Street Journal
|