|
Αν αυτό
ίσχυε αποκλειστικά, τότε
θα μπορούσε κανείς να
μιλήσει για ουσιαστική
αναδιάταξη των
παγκόσμιων ισορροπιών,
με τις ΗΠΑ να
επικεντρώνονται στο
άμεσο περιβάλλον τους
και να αφήνουν άλλες
περιοχές να
διαχειριστούν μόνες τους
τα προβλήματά τους.
Ο
επικεφαλής αναλυτής του
διεθνούς οίκου
μακροοικονομικών
προβλέψεων έχει
διαφορετική άποψη. Κατά
τον ίδιο, η ανάγνωση του
κόσμου μέσα από το
πρίσμα των σφαιρών
επιρροής είναι
υπερβολικά απλουστευτική
και, ακριβώς γι’ αυτό,
παραπλανητική.
Στην
πραγματικότητα, οι
Ηνωμένες Πολιτείες
συνεχίζουν να επιδιώκουν
ρόλο σε παγκόσμιο
επίπεδο, ακόμη και αν
προβάλλουν το σύνθημα «America
First»
ως ένδειξη εσωστρέφειας.
Για να κατανοηθεί η
συνολική εικόνα, δεν
αρκεί η θεωρία των
σφαιρών επιρροής· αυτό
που διαμορφώνεται είναι
μια νέα εκδοχή της
αντιπαράθεσης δύο
ανταγωνιστικών
υπερδυνάμεων, των ΗΠΑ
και της Κίνας. Η
σύγκρουση αυτή δεν
περιορίζεται γεωγραφικά,
αλλά εκδηλώνεται
οπουδήποτε τέμνονται
οικονομικά και
στρατηγικά συμφέροντα.
Σύμφωνα
με τον Σίρινγκ, οι
πρώτες ημέρες του 2026
ανέδειξαν με ιδιαίτερη
ένταση τη σημασία της
γεωπολιτικής για την
οικονομία και τις
αγορές. Η απαγωγή του
Μαδούρο οδήγησε το
Καράκας σε στενότερη
ευθυγράμμιση με την
Ουάσιγκτον, ενώ
παράλληλα άνοιξε τον
δρόμο για προνομιακή
πρόσβαση αμερικανικών
ενεργειακών εταιρειών
στα πετρελαϊκά αποθέματα
της χώρας.
Ακολούθησαν νέες απειλές
από τον Λευκό Οίκο
σχετικά με την
προσάρτηση της
Γροιλανδίας, ακόμη και
με τη χρήση βίας. Την
ίδια στιγμή, η κυβέρνηση
Τραμπ πιέζει για
εκεχειρία στην Ουκρανία
με όρους που
εκλαμβάνονται ως
ευνοϊκοί για τη Ρωσία,
ενισχύοντας την αίσθηση
ότι οι ΗΠΑ χαλαρώνουν τη
μακρόχρονη δέσμευσή τους
απέναντι στην Ευρώπη.
Η
αναδιατύπωση του
Δόγματος Μονρόε από τον
Τραμπ αναζωπύρωσε τις
συζητήσεις περί
επιστροφής σε έναν κόσμο
χωρισμένο σε ζώνες
επιρροής: οι ΗΠΑ στο
Δυτικό Ημισφαίριο, η
Κίνα στην Ασία και η
Ευρώπη να αντιμετωπίζει
μόνη της τη Ρωσία. Πίσω
από αυτή την αφήγηση
διαφαίνεται η υποχώρηση
της διεθνούς τάξης που
βασίζεται σε κανόνες και
η ενίσχυση της πολιτικής
της ισχύος.
Η
Capital
Economics,
ωστόσο, τονίζει ότι δεν
πρέπει να υπερτιμάται
αυτή η προσέγγιση. Πέρα
από τη Βενεζουέλα, οι
ΗΠΑ έχουν
πραγματοποιήσει τον
τελευταίο χρόνο
στρατιωτικές
επιχειρήσεις στη
Νιγηρία, το Ιράν, την
Υεμένη, το Ιράκ και τη
Συρία, ενώ επανέρχονται
τα σενάρια κλιμάκωσης
έναντι του Ιράν.
Παράλληλα, εντείνουν τις
κινήσεις τους για την
εξασφάλιση κρίσιμων
ορυκτών στην υποσαχάρια
Αφρική, μεταξύ άλλων στη
Ρουάντα και στη Λαϊκή
Δημοκρατία του Κονγκό.
Στις
Φιλιππίνες αναβαθμίζεται
η ναυτική βάση στο
Παλαουάν, με θέα στη
Θάλασσα της Νότιας
Κίνας, ενώ πρόσφατα
εγκρίθηκε εξοπλιστικό
πακέτο ύψους 11 δισ.
δολαρίων για την Ταϊβάν.
Ταυτόχρονα, παρότι η νέα
Στρατηγική Εθνικής
Ασφάλειας της κυβέρνησης
Τραμπ ασκεί σκληρή
κριτική στους Ευρωπαίους
συμμάχους,
επαναβεβαιώνει τη
δέσμευση των ΗΠΑ για
ενίσχυση της
στρατιωτικής τους
παρουσίας στον Δυτικό
Ειρηνικό.
Είναι
εύλογο να θεωρείται ότι
οι ΗΠΑ επανεξετάζουν τον
ρόλο τους στην Ευρώπη
και πιέζουν για
μεγαλύτερη ανάληψη
ευθυνών από τις
ευρωπαϊκές κυβερνήσεις.
Ωστόσο, εξακολουθούν να
αντιλαμβάνονται τον
εαυτό τους ως παγκόσμια
και όχι απλώς
περιφερειακή δύναμη, με
συμφέροντα σε κάθε
ήπειρο.
Αντίστοιχα, η Κίνα δεν
περιορίζει τη στρατηγική
της στα άμεσα σύνορά
της, αλλά παραμένει
δραστήρια στην
υποσαχάρια Αφρική και σε
τμήματα της Λατινικής
Αμερικής, επιδιώκοντας
οικονομικά και
γεωπολιτικά οφέλη. Η
Ρωσία, από την άλλη,
διατηρεί σημαντικό
γεωπολιτικό βάρος, αλλά
πολύ μικρότερη
οικονομική ισχύ.
Τα
πρόσφατα γεγονότα,
σύμφωνα με την
Capital
Economics,
ενισχύουν περισσότερο
την εικόνα δύο
ανταγωνιστικών μπλοκ
παρά ενός κόσμου
χωρισμένου σε σφαίρες
επιρροής. Η τακτική των
ΗΠΑ έχει αλλάξει, όχι
όμως και ο βασικός
στρατηγικός τους στόχος.
Επιδιώκουν να
εξασφαλίσουν συμμάχους –
ή εξαρτημένες χώρες –
στην περιφέρειά τους,
ενώ παράλληλα ενισχύουν
τις σχέσεις τους με τις
πετρελαιοπαραγωγές
μοναρχίες της Μέσης
Ανατολής, με τα μεγάλα
συμφωνιακά πακέτα στη
Σαουδική Αραβία να
αποτελούν χαρακτηριστικό
παράδειγμα. Η στενή
σχέση με το Ισραήλ
θεωρείται δεδομένη.
Μια
δεύτερη, κρίσιμη
μεταβολή είναι ότι οι
ΗΠΑ δεν στηρίζονται
πλέον πρωτίστως σε
κοινές αξίες για τη
σύναψη συμμαχιών. Η
εξωτερική πολιτική επί
Τραμπ αποκτά πιο
συναλλακτικό και
πιεστικό χαρακτήρα,
θυμίζοντας την «τέχνη
του ντιλ»: μια
προσέγγιση που μοιάζει
με επιθετική
επιχειρηματική
στρατηγική, μέσω
πιέσεων, εκβιασμών και
σκληρών
διαπραγματεύσεων.
Οι
εξελίξεις αυτές έχουν
σαφείς μακροοικονομικές
επιπτώσεις. Αν ο κόσμος
όντως διαχωριζόταν σε
σφαίρες επιρροής, θα
αναμενόταν ενίσχυση των
δεσμών ΗΠΑ–Λατινικής
Αμερικής και αποδυνάμωση
των σχέσεων των ΗΠΑ με
την Ευρώπη και την Ασία.
Αντίστοιχα, η Κίνα θα
περιοριζόταν στην Ασία,
εγκαταλείποντας την
Αφρική και τη Λατινική
Αμερική, με χώρες όπως η
Ιαπωνία και η Κορέα να
προσαρμόζονται σε μια
νέα κινεζική
περιφερειακή ηγεμονία.
Στην
πράξη, όμως, το διεθνές
σύστημα είναι πολύ πιο
περίπλοκο. Σε έναν κόσμο
που οργανώνεται γύρω από
ανταγωνιστικά στρατόπεδα
με βαθιές ιστορικές,
κοινωνικές, θεσμικές και
τεχνολογικές
διασυνδέσεις, οι
οικονομικές και
χρηματοοικονομικές
σχέσεις παραμένουν
γεωγραφικά διάσπαρτες.
Κοιτάζοντας προς την
επόμενη δεκαετία, ο
Σίρινγκ εκτιμά ότι έως
το 2035 το πιθανότερο
σενάριο δεν είναι η
επιστροφή σε αυστηρές
σφαίρες επιρροής, αλλά
ένα διεθνές περιβάλλον
που θυμίζει έναν
κατακερματισμένο
παγκόσμιο χάρτη.
|