|
Ο ΔΑΑ
αποτελεί τη βασική
αεροπορική πύλη της
χώρας, εξυπηρετώντας
περίπου το 40% της
συνολικής επιβατικής
κίνησης στην Ελλάδα και
λειτουργώντας ως κομβικό
σημείο για τον
εισερχόμενο τουρισμό. Η
επιβατική δραστηριότητα
έχει ενισχυθεί
εντυπωσιακά τα τελευταία
χρόνια, αγγίζοντας τους
34 εκατ. επιβάτες το
2025, γεγονός που
κατατάσσει το αεροδρόμιο
της Αθήνας μεταξύ
εκείνων με τη
δυναμικότερη
μεταπανδημική ανάκαμψη
στην Ευρώπη.
Τουρισμός σε τροχιά
ισχυρής ανάπτυξης
Η Ελλάδα
συγκαταλέγεται στις
ταχύτερα αναπτυσσόμενες
τουριστικές αγορές της
Ευρώπης, επωφελούμενη
από τη διεύρυνση της
τουριστικής περιόδου και
τη βελτίωση της
αεροπορικής
συνδεσιμότητας. Ο ΔΑΑ
ξεπέρασε τα επίπεδα του
2019 ήδη από το 2023,
ενώ το 2024 η επιβατική
κίνηση διαμορφώθηκε στο
125% των προ πανδημίας
επιπέδων,
υπεραποδίδοντας αισθητά
σε σύγκριση με τον
ευρωπαϊκό μέσο όρο.
Το
επιχειρηματικό μοντέλο
του ομίλου βασίζεται σε
δύο πυλώνες: οι
αεροπορικές
δραστηριότητες
λειτουργούν υπό
ρυθμιζόμενο μηχανισμό
που εξασφαλίζει απόδοση
ιδίων κεφαλαίων 15%
συνδεδεμένη με τον
πληθωρισμό, ενώ τα μη
αεροπορικά έσοδα –όπως
λιανικό εμπόριο,
εστίαση, στάθμευση και
ακίνητα– λειτουργούν σε
πλήρως εμπορικό
περιβάλλον χωρίς
ρυθμιστικούς
περιορισμούς. Η σύμβαση
παραχώρησης έχει
διάρκεια έως τον Ιούνιο
του 2046, με τον ΔΑΑ να
διατηρεί δικαίωμα
συμμετοχής στον επόμενο
διαγωνισμό.
Οι
προβλέψεις δείχνουν
αύξηση της κίνησης κατά
3,5% το 2026, ενώ η
χωρητικότητα αεροπορικών
θέσεων στις αρχές του
2025 εκτιμάται ότι
κινείται μεταξύ 8% και
13% (OAG/INSETE). Το
βασικό σενάριο της
εταιρείας προβλέπει
σταδιακή αύξηση της
επιβατικής κίνησης κατά
3,1% και 2,25% τα έτη
2026 και 2027
αντίστοιχα, με στόχο
τους 48,1 εκατ. επιβάτες
έως το 2046, από 43,7
εκατ. σύμφωνα με τις
εκτιμήσεις της IATA.
Σταθερές
ταμειακές ροές και
μακροπρόθεσμη ενίσχυση
Οι
αεροπορικές
δραστηριότητες αποτελούν
τη σταθερότερη πηγή
εσόδων του ομίλου,
προσφέροντας
προβλεψιμότητα χάρη στη
ρυθμιζόμενη απόδοση
ιδίων κεφαλαίων. Για το
2025, το συγκεκριμένο
τμήμα αναμένεται να
συνεισφέρει περίπου το
75% των συνολικών
εσόδων, το 66% του
EBITDA και το 55% της
καθαρής κερδοφορίας.
Το
Πρόγραμμα SCRIP για την
περίοδο 2025-2028
εκτιμάται ότι θα
προσθέσει περίπου 204
εκατ. ευρώ στα
ρυθμιζόμενα κεφάλαια,
ενισχύοντας περαιτέρω τα
καθαρά κέρδη από τις
αεροπορικές
δραστηριότητες και
θωρακίζοντας το
μακροπρόθεσμο
μερισματικό προφίλ της
εταιρείας.
Τα μη
αεροπορικά έσοδα
κινούνται σε άμεση
συνάρτηση με την αύξηση
της επιβατικής κίνησης
και της καταναλωτικής
δαπάνης. Παρότι τα
κατασκευαστικά έργα
αναμένεται να ασκήσουν
προσωρινές πιέσεις σε
δραστηριότητες όπως το
λιανικό εμπόριο και το
πάρκινγκ, η συνολική
αύξηση των μη
αεροπορικών εσόδων
εκτιμάται σε 3,5%
ετησίως (CAGR) για την
περίοδο 2024-2028. Από
το 2029 και μετά, ο
εμπορικός χώρος
προβλέπεται να
υπερδιπλασιαστεί, από
13,6 χιλ. τ.μ. σε πάνω
από 31 χιλ. τ.μ.,
οδηγώντας σε μέση ετήσια
αύξηση εσόδων περίπου 9%
την περίοδο 2028-2030.
Διαρθρωτικό πλεονέκτημα
και αποτίμηση
Έως το
2040 θα πρέπει να
προκηρυχθεί νέος
διαγωνισμός παραχώρησης,
ωστόσο το δικαίωμα
συμμετοχής του ΔΑΑ
περιορίζει ουσιαστικά
τον κίνδυνο απώλειας του
περιουσιακού στοιχείου.
Στην αποτίμησή της, η
Piraeus Securities
αντιμετωπίζει την
παραχώρηση ως
περιουσιακό στοιχείο
συγκεκριμένης διάρκειας,
ενσωματώνοντας παράλληλα
σενάριο επέκτασης λόγω
του θεσμικού
πλεονεκτήματος που
απορρέει από το
υφιστάμενο πλαίσιο.
Η
αποτίμηση βασίζεται σε
συνδυασμό του Μοντέλου
Προεξόφλησης Μερισμάτων
(DDM) και συγκριτικών
δεικτών EV/EBITDA
ευρωπαϊκών ομοειδών
εταιρειών. Στο DDM
εξετάζονται δύο σενάρια:
μη επέκταση της
παραχώρησης με
πιθανότητα 80% και
αποτίμηση στα 11,3 ευρώ
ανά μετοχή, καθώς και
σενάριο επέκτασης με
πιθανότητα 20% και
αποτίμηση στα 15,3 ευρώ
ανά μετοχή. Το κόστος
ιδίων κεφαλαίων
διαμορφώνεται στο 6% για
τις ρυθμιζόμενες
αεροπορικές
δραστηριότητες και στο
9,5% για τις μη
αεροπορικές.
Με βάση
τους συγκριτικούς
δείκτες αποτίμησης, η
Piraeus Securities
καταλήγει σε τιμή-στόχο
τα 11,9 ευρώ ανά μετοχή.
|