|
Η
παρέμβαση στοχεύει στην
ενεργοποίηση ενός
μεγάλου ανεκμετάλλευτου
αποθέματος ακινήτων που
σήμερα παραμένει κενό,
εγκαταλελειμμένο ή
ημιτελές, κυρίως μέσα
στον αστικό ιστό.
Ιδιαίτερη έμφαση δίνεται
σε περιοχές με έντονη
στεγαστική πίεση, όπως η
Αθήνα, ο Πειραιάς, η
Θεσσαλονίκη αλλά και
δημοφιλείς τουριστικοί
προορισμοί, όπου η
ζήτηση για κατοικία έχει
εκτοξευθεί.
Καθοριστικό ρόλο στο νέο
πλαίσιο παίζει η
απλοποίηση των
διαδικασιών. Η αλλαγή
χρήσης των ακινήτων θα
πραγματοποιείται βάσει
συγκεκριμένων τεχνικών
προδιαγραφών και με
περιορισμένο διοικητικό
έλεγχο, αποφεύγοντας τις
χρονοβόρες αναθεωρήσεις
πολεοδομικών σχεδίων και
τις πολύπλοκες εγκρίσεις
που μέχρι σήμερα
λειτουργούσαν
αποτρεπτικά για
ιδιοκτήτες και
επενδυτές.
Ιδιαίτερη βαρύτητα
δίνεται και στα
φορολογικά κίνητρα.
Εταιρείες που θα
αξιοποιήσουν το νέο
πλαίσιο και θα διαθέσουν
τις κατοικίες στην αγορά
με προσιτά ενοίκια για
τουλάχιστον μία
δεκαετία, θα μπορούν να
επωφεληθούν από έκπτωση
στον φόρο εισοδήματος.
Στόχος είναι το νέο
απόθεμα κατοικιών να
κατευθυνθεί κυρίως στη
μακροχρόνια μίσθωση και
όχι στη βραχυχρόνια
τουριστική εκμετάλλευση.
Η
συγκεκριμένη ρύθμιση
εντάσσεται σε ένα
ευρύτερο πακέτο
στεγαστικών μέτρων που
παρατείνεται και για το
2026. Στο πλαίσιο αυτό,
επεκτείνεται για έναν
ακόμη χρόνο – έως το
τέλος του 2026 – η
αναστολή του ΦΠΑ στις
νέες οικοδομές, με στόχο
την ενίσχυση της
προσφοράς κατοικιών προς
διάθεση, με εκτιμώμενο
δημοσιονομικό κόστος 18
εκατ. ευρώ ετησίως.
Ταυτόχρονα, παρατείνεται
και η φορολογική
ελάφρυνση για δαπάνες
ενεργειακής και
λειτουργικής αναβάθμισης
κτιρίων για το 2026. Το
μέτρο αυτό, με κόστος
περίπου 5 εκατ. ευρώ τον
χρόνο, λειτουργεί
συμπληρωματικά στις
αλλαγές χρήσεων,
ενθαρρύνοντας τις
ανακαινίσεις και την
επανένταξη ακινήτων στην
αγορά.
|