|
Πρώτες
ύλες, γεωπολιτική και
στρατηγικές ισορροπίες
Πέρα από
τα εμπορικά μεγέθη, η
συμφωνία ΕΕ–Mercosur
έχει έντονη γεωπολιτική
διάσταση. Στις Βρυξέλλες
αντιμετωπίζεται ως
εργαλείο στρατηγικής
εξισορρόπησης απέναντι
στην αυξανόμενη επιρροή
της Κίνας στη Λατινική
Αμερική, αλλά και ως
απάντηση στην
αβεβαιότητα που προκαλεί
η εμπορική πολιτική των
Ηνωμένων Πολιτειών. Η
ενίσχυση των δεσμών με
τον λεγόμενο «Παγκόσμιο
Νότο» θεωρείται κρίσιμη
για τη διαφοροποίηση
τόσο των αγορών όσο και
των εφοδιαστικών
αλυσίδων της Ευρώπης.
Ιδιαίτερη βαρύτητα
αποκτούν οι φυσικοί
πόροι των χωρών της
Mercosur. Η Βραζιλία
διαθέτει σημαντικό
μερίδιο των παγκόσμιων
αποθεμάτων γραφίτη,
νικελίου, μαγγανίου και
σπανίων γαιών, ενώ
ελέγχει σχεδόν το σύνολο
των αποθεμάτων νιοβίου,
μετάλλου κομβικού για
την αεροδιαστημική και
τη βαριά βιομηχανία. Η
Αργεντινή συγκαταλέγεται
στους κορυφαίους
παραγωγούς λιθίου,
πρώτης ύλης-κλειδί για
τις μπαταρίες ηλεκτρικών
οχημάτων. Για την
ευρωπαϊκή βιομηχανία, η
πρόσβαση σε αυτές τις
πηγές θεωρείται
στρατηγικής σημασίας.
Η
Ευρωπαϊκή Επιτροπή
εκτιμά ότι η συμφωνία
μπορεί να αποφέρει έως
και 50 δισ. ευρώ σε νέες
ευκαιρίες για τους
ευρωπαίους εξαγωγείς
μέχρι το 2040, ενώ θα
ενισχύσει κατά περίπου 9
δισ. ευρώ τις οικονομίες
των χωρών της Mercosur.
Οι
αντιδράσεις και οι φόβοι
των αγροτών
Το άλλο
πρόσωπο της συμφωνίας
αποτυπώνεται στις
κινητοποιήσεις αγροτών
σε αρκετές ευρωπαϊκές
χώρες. Παραγωγοί σε
Γαλλία, Πολωνία, Βέλγιο
και Ελλάδα εκφράζουν
έντονες ανησυχίες ότι οι
αυξημένες εισαγωγές
φθηνότερων προϊόντων
–κυρίως βοείου κρέατος,
πουλερικών και σιτηρών–
θα ασκήσουν καθοδική
πίεση στις τιμές και θα
απειλήσουν τη
βιωσιμότητα των εγχώριων
εκμεταλλεύσεων. Στην
Πολωνία, μάλιστα,
αγροτικοί φορείς έχουν
προειδοποιήσει ακόμη και
για κινδύνους που
αγγίζουν την
επισιτιστική ασφάλεια.
Ταυτόχρονα,
περιβαλλοντικές
οργανώσεις υποστηρίζουν
ότι η συμφωνία ενδέχεται
να ενισχύσει φαινόμενα
αποψίλωσης δασών και να
επιδεινώσει τις συνθήκες
σε ευαίσθητες οικολογικά
περιοχές της Λατινικής
Αμερικής, ενθαρρύνοντας
την επέκταση της
κτηνοτροφίας, της
καλλιέργειας σόγιας και
της υλοτομίας.
Οι
ευρωπαϊκές δικλίδες
ασφαλείας
Η
Κομισιόν απαντά στις
επικρίσεις
διαβεβαιώνοντας ότι δεν
τίθεται ζήτημα
υποβάθμισης των
ευρωπαϊκών προτύπων. Το
πλαίσιο της συμφωνίας
προβλέπει αυστηρούς
ελέγχους στα σύνορα,
πιστοποίηση των
μηχανισμών εποπτείας
στις τρίτες χώρες και
διαρκή παρακολούθηση των
προϊόντων που
διατίθενται στην
ευρωπαϊκή αγορά. Στα
ζωικά προϊόντα, ειδικά,
απαιτείται συμμόρφωση με
ισοδύναμα πρότυπα καλής
διαβίωσης, ενώ
εφαρμόζονται μηχανισμοί
ιχνηλασιμότητας και
πιστοποίησης.
Παράλληλα, έχουν
ενσωματωθεί ρήτρες
προστασίας: σε περίπτωση
απότομης αύξησης
εισαγωγών που προκαλεί
σοβαρή διαταραχή σε
ευαίσθητους κλάδους, η
ΕΕ θα μπορεί να
αναστέλλει προσωρινά τις
δασμολογικές
ελαφρύνσεις. Στα
προϊόντα υψηλού κινδύνου
περιλαμβάνονται, μεταξύ
άλλων, το βόειο κρέας,
τα πουλερικά, το ρύζι,
το μέλι, τα αυγά, το
σκόρδο, η ζάχαρη και η
αιθανόλη. Η Επιτροπή
δεσμεύεται επίσης να
ενημερώνει ανά εξάμηνο
τα ευρωπαϊκά όργανα για
τις εξελίξεις στην
αγορά.
Τι
σημαίνει για την Ελλάδα
Για την
Ελλάδα, η συμφωνία
συνοψίζεται σε μια λεπτή
ισορροπία ανάμεσα στις
εξαγωγικές προοπτικές
και στην ανάγκη
προστασίας ενός
αγροτικού τομέα που ήδη
δοκιμάζεται. Περίπου 335
ελληνικές επιχειρήσεις
–κυρίως μικρομεσαίες–
δραστηριοποιούνται ήδη
στις αγορές της
Mercosur, στηρίζοντας
πάνω από 4.000 θέσεις
εργασίας. Το διμερές
εμπόριο φτάνει τα 2,6
δισ. ευρώ, με τις
ελληνικές εξαγωγές να
αντιστοιχούν σε περίπου
1,2 δισ. ευρώ.
Το
αγροτικό σκέλος των
ελληνικών εξαγωγών
παραμένει σχετικά μικρό,
γεγονός που αφήνει
περιθώρια ανάπτυξης,
αλλά ταυτόχρονα
υπογραμμίζει την ανάγκη
προσεκτικών χειρισμών
ώστε το άνοιγμα των
αγορών να μη μετατραπεί
σε πρόσθετη πίεση για
τους Έλληνες παραγωγούς.
|