|
Η
διαχείριση του φορέα θα
έχει ιδιωτικό χαρακτήρα
και θα ανατεθεί, μέσω
διαγωνιστικής
διαδικασίας του
υπουργείου Εθνικής
Οικονομίας, σε
επενδυτικά κεφάλαια. Στη
διαδικασία συμμετέχουν
διεθνή και εγχώρια
σχήματα, ενώ καθοριστική
είναι και η συμβολή των
συστημικών τραπεζών, οι
οποίες έχουν δεσμευθεί
να χρηματοδοτήσουν τον
φορέα με έως 100 εκατ.
ευρώ. Η ολοκλήρωση του
διαγωνισμού τοποθετείται
στο τέλος του πρώτου
εξαμήνου του 2026, με
στόχο ο φορέας να
ξεκινήσει τη λειτουργία
του έως το τέλος του
ίδιου έτους.
Το
τίμημα μεταβίβασης της
κατοικίας στον φορέα θα
ανέρχεται στο 70% της
εμπορικής αξίας του
ιδιοκτησιακού
δικαιώματος του
οφειλέτη, όπως αυτή θα
προσδιορίζεται από
πιστοποιημένο εκτιμητή.
Σε περιπτώσεις
πλειστηριασμών, ο φορέας
θα έχει τη δυνατότητα
απόκτησης του ακινήτου
με έκπτωση 30% επί της
εμπορικής αξίας ή της
τιμής πρώτης προσφοράς,
πρόβλεψη που έχει στόχο
να καταστήσει πιο
ελκυστική τη συμμετοχή
επενδυτών. Η ίδια
έκπτωση θα μπορεί να
ληφθεί υπόψη και σε
μελλοντική επαναγορά του
ακινήτου από τον
οφειλέτη.
Μετά την
πάροδο της 12ετούς
μίσθωσης, ο ευάλωτος
οφειλέτης θα έχει
δικαίωμα να επαναγοράσει
την κατοικία του, εφόσον
η οικονομική του
κατάσταση το επιτρέπει,
σε τιμή που θα αντανακλά
την τότε εμπορική αξία.
Πρόσφατη βελτίωση του
πλαισίου δίνει τη
δυνατότητα πρόωρης
επαναγοράς, πριν τη λήξη
της 12ετίας, χωρίς την
υποχρέωση καταβολής του
συνόλου των μισθωμάτων
που αρχικά προβλέπονταν.
Το ύψος
του ενοικίου θα
καθορίζεται με βάση την
εμπορική αξία του
ακινήτου κατά τον χρόνο
μεταβίβασης, στην οποία
θα εφαρμόζεται το μέσο
επιτόκιο στεγαστικού
δανείου και το περιθώριο
του επενδυτή. Μέρος του
ενοικίου θα μπορεί να
επιδοτείται από το
Δημόσιο, ώστε να
μειώνεται η μηνιαία
επιβάρυνση του
ενοικιαστή. Βασική
προϋπόθεση για την
ένταξη στον μηχανισμό
είναι ο χαρακτηρισμός
του οφειλέτη ως
ευάλωτου, με
συγκεκριμένα
εισοδηματικά και
περιουσιακά κριτήρια.
Σε
εισοδηματικό επίπεδο, το
ανώτατο όριο ξεκινά από
7.000 ευρώ για
μονοπρόσωπο νοικοκυριό
και αυξάνεται κατά 3.500
ευρώ για κάθε επιπλέον
μέλος, με ανώτατο πλαφόν
τα 21.000 ευρώ ετησίως.
Αντίστοιχα, η συνολική
φορολογητέα αξία της
ακίνητης περιουσίας δεν
μπορεί να υπερβαίνει τις
120.000 ευρώ για ένα
άτομο, με προσαύξηση έως
τα 180.000 ευρώ ανάλογα
με τη σύνθεση του
νοικοκυριού, ενώ
τίθενται και όρια στις
τραπεζικές καταθέσεις.
Παρά τη
θεσμοθέτηση του
μηχανισμού, το
ενδιαφέρον μέχρι σήμερα
παραμένει περιορισμένο.
Μόλις 370 νοικοκυριά
έχουν δηλώσει πρόθεση να
παραδώσουν την κατοικία
τους και να ενταχθούν
στο σχήμα, αριθμός που
αντιστοιχεί σε περίπου
ένα τρίτο όσων έχουν
χαρακτηριστεί ευάλωτοι.
Οι περισσότεροι εξ αυτών
βρίσκονται στο ενδιάμεσο
πρόγραμμα προστασίας,
μέσω του οποίου το
Δημόσιο επιδοτεί μέρος
της μηνιαίας δόσης,
προκειμένου να ανασταλεί
η διαδικασία
αναγκαστικής εκτέλεσης.
Ωστόσο, η επιδότηση, που
κυμαίνεται από 70 έως
210 ευρώ τον μήνα,
θεωρείται πλέον
ανεπαρκής, δεδομένης της
ανόδου των τιμών
κατοικίας και ενοικίων.
Η έναρξη
λειτουργίας του φορέα
συμπίπτει χρονικά με την
εκκαθάριση των
τελευταίων υποθέσεων του
νόμου Κατσέλη, οι οποίες
αναμένεται να
ολοκληρωθούν εντός του
2026. Σε διάστημα 15
ετών είχαν κατατεθεί
πάνω από 200.000
αιτήσεις, που αφορούσαν
ρυθμίσεις δανείων ύψους
περίπου 17 δισ. ευρώ.
Παρότι ο νόμος
λειτούργησε ως ασπίδα
προστασίας κατά την
περίοδο της κρίσης,
σημαντικό ποσοστό
αιτήσεων απορρίφθηκε,
ενώ παρατηρήθηκαν και
φαινόμενα καταχρηστικής
αξιοποίησής του.
Η τελική
φάση του πλαισίου
Κατσέλη αφορά πλέον τη
ρευστοποίηση λοιπών
ακινήτων των οφειλετών,
πέραν της πρώτης
κατοικίας. Πρόκειται για
περιουσιακά στοιχεία
αξίας περίπου 300 εκατ.
ευρώ, τα οποία παρέμεναν
«παγωμένα» και
αναμένεται να εκποιηθούν
το επόμενο διάστημα, με
νέο ευνοϊκότερο πλαίσιο
για τους εκκαθαριστές.
Παράλληλα, εντός του
2026 ο Άρειος Πάγος
καλείται να αποφανθεί
για κρίσιμο ζήτημα
σχετικά με τον τρόπο
υπολογισμού των τόκων
στις ρυθμίσεις του
νόμου, εξέλιξη που θα
επηρεάσει άμεσα χιλιάδες
δανειολήπτες.
|