|
Το
έγγραφο εξέτασε δεδομένα
σχετικά με τις
συναλλαγές πωλήσεων και
τις μετακινήσεις θέσεων
εργασίας σε μια ομάδα
περισσότερων των 50.000
εργαζομένων σε 214
αμερικανικές
επιχειρήσεις μεταξύ 2005
και 2011. Έδειξε ότι το
να είσαι καλός πωλητής
αύξανε την πιθανότητα να
προαχθείς σε διευθυντική
θέση, αλλά ήταν
αρνητικός προγνωστικός
παράγοντας της
διευθυντικής ποιότητας.
Με άλλα λόγια, η απόδοση
των νέων υφισταμένων
ενός άριστου πωλητή
τείνει να πηγαίνει προς
τα πίσω.
Το 2009
ο
Alessandro
Pluchino
του Πανεπιστημίου της
Κατάνια και οι
συνεργάτες του συνέταξαν
μια προσομοίωση της
αρχής του
Peter
στον υπολογιστή. Ένας
οργανισμός όπου η
προαγωγή εξαρτάται από
την ικανότητα σε έναν
προηγούμενο ρόλο και
όπου η νέα θέση απαιτεί
διαφορετικές δεξιότητες,
θα καταλήξει στην
πραγματικότητα να
ανεβάζει ανθρώπους σε
μια θέση που τα
καταφέρνουν άσχημα. Οι
ερευνητές κατέληξαν, ότι
οι τυχαίες προαγωγές θα
ήταν ένα καλύτερο
σύστημα, το οποίο θα
προσέθετε σίγουρα
περισσότερη αγωνία.
Η
προαγωγή ανθρώπων με
βάση τις επιδόσεις τους
στην τρέχουσα εργασία
τους δεν είναι περίεργο.
Ορισμένα σκαλοπάτια της
κλίμακας δεν απαιτούν
νέες δεξιότητες: ένας
ανώτερος εκπρόσωπος
εξυπηρέτησης πελατών
μπορεί να κάνει κάτι
πολύ παρόμοιο με έναν
κατώτερο. Θα πρέπει να
υπάρχουν ανταμοιβές για
να δίνεται κίνητρο
επιδόσεων στην τρέχουσα
εργασία τους. Και στο
βαθμό που οι προαγωγές
δίνονται σε άτομα που
έχουν κίνητρα και
εργάζονται σκληρά, αυτές
οι ιδιότητες θα έπρεπε
να είναι χρήσιμες σε
κάθε θέση.
Ωστόσο,
όταν ένας ρόλος είναι
πραγματικά διαφορετικός,
τα νέα προσόντα έχουν
σημασία. Η μετάβαση στη
διοίκηση είναι ένα
προφανές σημείο καμπής.
Η ανάλυση του κ.
Benson
και των συνεργατών του
διαπίστωσε, για
παράδειγμα, ότι η
προηγούμενη εμπειρία
συνεργασίας στις
πωλήσεις – η ικανότητα
εργασίας σε ομάδα –
φάνηκε να προδιαγράφει
καλύτερη απόδοση στη
θέση του διευθυντή.
Οι
προαγωγές μπορεί να πάνε
στραβά και για άλλους
λόγους. Ορισμένοι
διευθυντές προσπαθούν να
αποθησαυρίσουν
ταλαντούχους ανθρώπους
αντί να τους ενθαρρύνουν
να υποβάλουν αίτηση για
υψηλότερες θέσεις. Μια
πρόσφατη μελέτη της
Ingrid
Haegele
από το Πανεπιστήμιο
Ludwig-Maximilians
του Μονάχου εξέτασε τη
συμπεριφορά των
προϊσταμένων σε μια
μεγάλη γερμανική
κατασκευαστική εταιρεία.
Διαπίστωσε ότι οι
μάνατζερ υποβίβαζαν στις
αξιολογήσεις τις
επιδόσεις των
παραγωγικών εργαζομένων
ακόμα και όταν ήταν
ορατές σε άλλους στην
επιχείρηση και ότι ο
αριθμός των αιτήσεων για
άλλες θέσεις εργασίας
στο εσωτερικό της
επιχείρησης αυξήθηκε
κατακόρυφα όταν ο
διευθυντής μιας ομάδας
ήταν ο ίδιος έτοιμος να
μετακινηθεί και είχε
λιγότερα κίνητρα να
διατηρήσει αυτή τη
στάση.
Η
μεροληψία, με τη σειρά
της, στρεβλώνει τις
αποφάσεις προαγωγής. Μια
άλλη εργασία των κ.κ.
Benson,
Li
και
Shue
εξετάζει τις
αξιολογήσεις που δόθηκαν
σε σχεδόν 30.000
διοικητικούς υπαλλήλους
σε μια μεγάλη εταιρεία
λιανικής πώλησης στη
Βόρεια Αμερική. Η εν
λόγω εταιρεία, πήγε ένα
βήμα πέρα από την
τρέχουσα απόδοση.
Χρησιμοποίησε έναν
συνδυασμό εννέα
παραμέτρων αξιολόγησης
των εργαζομένων στην
τρέχουσα εργασία τους
και τις μελλοντικές τους
δυνατότητες. Όμως ο
σεξισμός φαίνεται ότι
θόλωσε την κρίση των
αξιολογητών. Οι γυναίκες
εργαζόμενες έλαβαν, κατά
μέσο όρο, υψηλότερες
βαθμολογίες απόδοσης,
αλλά χαμηλότερες
βαθμολογίες για τις
δυνατότητές τους.
Αν
εξετάσουμε τα πράγματα
υπό αυτό το πρίσμα, θα
δούμε ότι οι γυναίκες
ήταν πιο πιθανό από τους
άνδρες να έχουν
ξεπεράσει τις
αξιολογήσεις τους ως
προς τις δυνατότητες.
Ακόμη και έτσι,
συνέχισαν να
βαθμολογούνται
χαμηλότερα από τους
άνδρες συναδέλφους τους.
Αυτό δεν ήταν απλώς
κατάλοιπο της
πατριαρχίας: το χάσμα
μεταξύ των φύλων
εξακολουθούσε να υπάρχει
και υπό γυναίκες
προϊστάμενες. Ίσως οι
ηγετικές δυνατότητες να
έφερναν στο νου τα
ανδρικά στερεότυπα:
αυτοπεποίθηση,
διεκδικητικότητα, και το
συναισθηματικό εύρος
ενός βραστήρα. Επιπλέον,
οι προαγωγές ενδέχεται,
παράλληλα, να είναι ένα
μέσο διατήρησης. Οι
άνδρες είναι πιο πιθανό
να αποχωρήσουν αν
παραγκωνιστούν στην
προαγωγή. Οι συγγραφείς
βρίσκουν στοιχεία που
αποδεικνύουν ότι ο
υψηλότερος κίνδυνος
φυγής συσχετίζεται με
υψηλότερες βαθμολογίες
για τις δυνατότητες.
Με άλλα
λόγια, οι αποφάσεις
σχετικά με τις προαγωγές
θολώνουν από κάθε είδους
πράγματα, και κυρίως από
το τι εξυπηρετούν: είναι
ένας τρόπος να
τοποθετηθούν οι
καλύτεροι σε
διευθυντικές θέσεις, να
παρακινηθούν οι
εργαζόμενοι να
προσπαθήσουν σκληρά
στους τρέχοντες ρόλους
τους – ή ένας τρόπος για
να διατηρηθούν στελέχη
που διαφορετικά θα
μπορούσαν να φύγουν.
Όλοι αυτοί είναι λογικοί
στόχοι, αλλά η χρήση
ενός μόνο μέσου για την
επίτευξή τους είναι
βέβαιο ότι θα προκαλέσει
προβλήματα.
Πηγή:
The Economist
|