|
Τα
Πλεονεκτήματα
Η
υποβολή χωριστών
δηλώσεων είναι χρήσιμη
για ζευγάρια με
διαφορετική φορολογική
κατοικία ή ξεχωριστές
οικονομικές υποχρεώσεις.
Οι
οφειλές προς την εφορία
διαχωρίζονται μεταξύ των
συζύγων, διασφαλίζοντας
ότι οι οφειλές του ενός
δεν επηρεάζουν τη
φορολογική ενημερότητα
του άλλου.
Αν ένας
σύζυγος έχει επιστροφή
φόρου και ο άλλος
οφειλές, δεν γίνεται
συμψηφισμός μεταξύ τους.
Μειονεκτήματα και
Κίνδυνοι
Ωστόσο,
η επιλογή αυτή
συνοδεύεται από αρκετές
παγίδες:
Τεκμήρια:
Κάθε σύζυγος πρέπει να
καλύπτει τα τεκμήρια
διαβίωσης και απόκτησης
με βάση τα δικά του
εισοδήματα. Δεν
επιτρέπεται η κάλυψη με
εισοδήματα του άλλου
συζύγου ή προηγούμενων
ετών.
Αποδείξεις ηλεκτρονικών
αγορών:
Σε κοινές δηλώσεις, οι
αποδείξεις αθροίζονται
και το πλεόνασμα του
ενός συμψηφίζεται με το
έλλειμμα του άλλου. Στις
χωριστές δηλώσεις δεν
υπάρχει αυτή η
δυνατότητα, με πιθανή
επιβολή προστίμου 22%.
Ελάχιστο τεκμήριο
διαβίωσης:
Στις χωριστές δηλώσεις
το ελάχιστο τεκμήριο
είναι 3.000 € ανά
σύζυγο, ενώ στις κοινές
δηλώσεις είναι 5.000 €
για το ζευγάρι.
Τέκνα:
Τα ανήλικα ή
αναγνωρισμένα τέκνα
δηλώνονται και από τους
δύο γονείς. Αν ένα παιδί
έχει αναπηρία ≥67%, η
μείωση φόρου εφαρμόζεται
μόνο σε έναν σύζυγο,
χωρίς μεταφορά στο άλλο
μέρος.
Οδηγίες
για Ακίνητα και Ειδικές
Περιπτώσεις
Η ΑΑΔΕ
υπενθυμίζει ότι:
Οι
χωριστές δηλώσεις είναι
υποχρεωτικές χωρίς
γνωστοποίηση αν έχει
διακοπεί η συμβίωση ή αν
ένας από τους δύο
βρίσκεται σε πτώχευση ή
δικαστική συμπαράσταση.
Το βάρος απόδειξης φέρει
ο φορολογούμενος.
Στις
χωριστές δηλώσεις, κάθε
σύζυγος δηλώνει το
ποσοστό ιδιοκτησίας ή
χρήσης της κύριας
κατοικίας στο έντυπο Ε1.
Αν δεν υπάρχει ποσοστό,
αναγράφεται «συνοίκηση
με σύζυγο».
Για τα
τέκνα, η δήλωση γίνεται
και από τους δύο γονείς
ώστε να λαμβάνουν το
αφορολόγητο που αναλογεί
στα παιδιά.
Συμπέρασμα: η επιλογή
χωριστής δήλωσης μπορεί
να προστατεύσει τον κάθε
σύζυγο από τις οφειλές
του άλλου, αλλά απαιτεί
προσεκτικό σχεδιασμό για
να αποφευχθούν
φορολογικές επιβαρύνσεις
από τεκμήρια, αποδείξεις
και ανήλικα ή αναπηρικά
τέκνα.
|